Ελληνορωμαϊκά!

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Γεώργιος Αποστολάκης, Το χρέος των νομικών μπροστά στις νέες υποχρεωτικότητες

Η ομιλία μου κατά την παρουσίαση του βιβλίου)

Κυρίες και κύριοι,

Όταν μιλούμε για υποχρεωτικότητα στο Δημόσιο Δίκαιο, συχνά χρησιμοποιούμε τον όρο ως ενιαίο. Όμως, κατά τη γνώμη μου, μια τέτοια χρήση συγκαλύπτει κρίσιμες διαφοροποιήσεις.

Η πρώτη βασική διάκριση που οφείλουμε να κάνουμε είναι ανάμεσα στις άμεσες και στις έμμεσες υποχρεωτικότητες.

1. Άμεση είναι η υποχρεωτικότητα όταν επιβάλλεται ρητά από τον νόμο ή την κανονιστική πράξη, συνοδεύεται από σαφή κύρωση, και καθιστά ευδιάκριτο το δίλημμα συμμόρφωσης ή μη συμμόρφωσης.

Πρόκειται για την κλασική μορφή που γνωρίζει το διοικητικό και συνταγματικό δίκαιο.
Είναι σκληρή, αλλά θεσμικά ειλικρινής. Και κυρίως: είναι δικαστικά ελέγξιμη με τα εργαλεία που διαθέτουμε.Χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού για τους υγειονομικούς κατά την περίοδο της πανδημίας. Εκεί ο νομοθέτης προέβη σε ρητή επιλογή: επέβαλε συγκεκριμένη υποχρέωση, επικαλούμενος λόγους δημόσιας υγείας,
και προέβλεψε συγκεκριμένες συνέπειες.

Ο δικαστής μπορούσε να ελέγξει τη συνταγματική βάση, την αναλογικότητα, τη χρονική διάρκεια, την ύπαρξη εναλλακτικών.

2. Διαφορετικό, και κατά τη γνώμη μου ποιοτικά πιο σύνθετο, είναι το φαινόμενο της έμμεσης υποχρεωτικότητας.

Εδώ δεν υπάρχει ρητή εντολή. Δεν υπάρχει άμεση κύρωση. Υπάρχει όμως αποκλεισμός. Ο πολίτης δεν υποχρεώνεται τυπικά. Απλώς αδυνατεί να ασκήσει δικαιώματα, ιδιότητες ή δραστηριότητες αν δεν συμμορφωθεί.

Αυτό το είδαμε καθαρά στην περίπτωση του γενικού πληθυσμού κατά την περίοδο των εμβολιασμών: δεν υπήρξε τυπική καθολική υποχρέωση, αλλά υπήρξε πλέγμα περιορισμών, το οποίο μετέτρεψε την επιλογή σε λειτουργικά εξαναγκασμένη συμμόρφωση.

Και εδώ γεννάται το κρίσιμο δογματικό ερώτημα: πρόκειται για απλή ρύθμιση άσκησης δικαιωμάτων ή για έμμεση υποχρέωση με συνταγματικό βάρος ισοδύναμο της άμεσης;

3. Η έμμεση υποχρεωτικότητα βρίσκει την πληρέστερη έκφρασή της στον ψηφιακό κόσμο. Οι ψηφιακές εφαρμογές του κράτους δεν επιβάλλονται ρητά ως υποχρεωτικές, αλλά καθίστανται αναγκαίες προϋποθέσεις για πρόσβαση στη διοίκηση.

Οι ψηφιακές υποδομές δεν παρουσιάζονται ως υποχρεωτικές. Παρουσιάζονται ως «διευκόλυνση», ως «εκσυγχρονισμός», ως «αναβάθμιση υπηρεσιών». Στην πραγματικότητα όμως μετατρέπονται σε μοναδική πύλη πρόσβασης στο κράτος.

Δεν σου επιβάλλεται η ψηφιακή ταυτότητα. Αλλά χωρίς αυτήν δεν μπορείς να ταυτοποιηθείς.

Δεν σου επιβάλλεται η ψηφιακή διοίκηση. Αλλά χωρίς αυτήν δεν μπορείς να συναλλαγείς.

Δεν σου απαγορεύεται η ελευθερία. Αλλά προϋποτίθεται τεχνολογική συμμόρφωση για να ασκηθεί.

Εδώ η υποχρεωτικότητα δεν βρίσκεται σε έναν νόμο. Βρίσκεται στην αρχιτεκτονική του συστήματος.

Και αυτό είναι βαθύτατα πολιτικό.

Δεν έχουμε, λοιπόν, υποχρέωση με τη στενή έννοια. Έχουμε μετατροπή της τεχνολογικής επιλογής σε θεσμική αναγκαιότητα.

Και εδώ το πρόβλημα γίνεται βαθύτερο: η υποχρεωτικότητα δεν εντοπίζεται σε μια πράξη, αλλά ενσωματώνεται στην αρχιτεκτονική του συστήματος. Ο έλεγχος της αναλογικότητας δυσχεραίνεται, διότι δεν ελέγχουμε πια μεμονωμένο μέτρο, αλλά σωρευτικές προϋποθέσεις που παράγουν συνολικό αποτέλεσμα αποκλεισμού.

4. Το ερώτημα που τίθεται, και νομίζω ότι το βιβλίο του Νικολάου Σταυριανίδη το φέρνει εύστοχα στο προσκήνιο, είναι το εξής: Πότε η έμμεση υποχρεωτικότητα παύει να είναι ανεκτή τεχνική ρύθμιση και μετατρέπεται σε σιωπηρή αναδιάρθρωση της σχέσης κράτους–πολίτη;

Διότι μια έννομη τάξη μπορεί να παραμείνει τυπικά νομότυπη και ταυτόχρονα να οδηγήσει σε συρρίκνωση της ελευθερίας όχι με απαγορεύσεις, αλλά με προϋποθέσεις.

Και ίσως αυτό είναι το δυσκολότερο καθήκον του σύγχρονου δικαστή: να αναγνωρίσει πότε η υποχρεωτικότητα δεν δηλώνεται, αλλά υπονοείται· και πότε η ελευθερία δεν καταργείται, αλλά καθίσταται ανέφικτη.

Με αυτή την έννοια, το παρόν βιβλίο δεν είναι απλώς επίκαιρο. Είναι εργαλείο νομικού αναστοχασμού σε μια εποχή όπου η υποχρέωση αλλάζει μορφή χωρίς να αλλάζει όνομα.

Ιδιαίτερα, θέλω να συγχαρώ τον συγγραφέα για τις εύστοχες και βαθιά φιλοσοφημένες σκέψεις που διατυπώνονται σε εκείνα τα άρθρα για τη χειραγώγηση και το δικαίωμα στη ζωή και την υγεία, με ιδιαίτερη αναφορά στο άρθρο που αφορά την ακραία εκδοχή της υποχρεωτικότητας των εμβολιασμών στους υγειονομικούς.

Ίσως, τελικά, το βαθύτερο ερώτημα που μας θέτει η σύγχρονη υποχρεωτικότητα δεν είναι νομικό, αλλά υπαρξιακό. Δεν είναι αν ο πολίτης υπακούει στον νόμο — αυτό πάντοτε συνέβαινε.
Είναι αν εξακολουθεί να υπάρχει ως πρόσωπο πριν από το σύστημα. Το εντοπίζει πολυεδρικά ο Νικόλαος Σταυριανίδης στο άρθρο του: «Δεν έγινε ο άνθρωπος για το σύστημα αλλά το σύστημα για τον άνθρωπο».

Όταν η συμμόρφωση δεν ζητείται αλλά προϋποτίθεται, όταν η επιλογή δεν απαγορεύεται αλλά καθίσταται αδύνατη τότε η ελευθερία δεν χάνεται θορυβωδώς· απλώς σιωπά.

Και ίσως το καθήκον του δικαστή —και του νομικού γενικότερα— δεν είναι μόνο να ελέγχει τη νομιμότητα των υποχρεώσεων, αλλά να θυμίζει ότι το κράτος δικαίου δεν οικοδομήθηκε για να διαχειρίζεται ανθρώπους, αλλά για να προστατεύει πρόσωπα.

Αν όλα αυτά συμβαίνουν, τότε ας το πούμε καθαρά: το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι υποχρεωτικότητες. Είναι η ανοχή μας σε αυτές.

Και εδώ ο νομικός κόσμος δεν μπορεί να σταθεί στο περιθώριο. Διότι όταν οι υποχρεωτικότητες μετακινούνται από το νόμο στο σύστημα, όταν ο εξαναγκασμός παύει να είναι ρητός και γίνεται λειτουργικός, η σιωπή του νομικού δεν είναι τεχνική ουδετερότητα. Είναι πολιτική στάση.

Αν εμείς σιωπήσουμε, οι ψηφιακές υποχρεωτικότητες θα παρουσιαστούν ως αυτονόητες. Αν εμείς προσαρμοστούμε, η απώλεια της ελευθερίας θα βαφτιστεί πρόοδος. Και αν εμείς αρκεστούμε στη διαχείριση, τότε το δίκαιο θα πάψει να είναι όριο της εξουσίας και θα γίνει εργαλείο της.

Ο ρόλος του δικαστή, του δικηγόρου, του νομικού επιστήμονα δεν είναι να νομιμοποιεί κάθε νέα κανονικότητα. Είναι να τη δοκιμάζει, να τη φθείρει, να της αντιστέκεται όταν απειλεί τον πυρήνα της ελευθερίας. Διότι τα δικαιώματα δεν χάνονται πάντα με νόμους.
Χάνονται όταν κανείς δεν τα υπερασπίζεται.

Και αν δεχθούμε ότι η ελευθερία επιτρέπεται μόνο εφόσον το σύστημα το προβλέπει,
τότε δεν θα έχουμε απλώς αποτύχει ως νομικοί. Θα έχουμε συμβάλει.

Αν εμείς δεν αντισταθούμε στην υποχρεωτική κανονικότητα, το δίκαιο δεν θα καταλυθεί — θα χρησιμοποιηθεί εναντίον της ελευθερίας.

Πηγή https://www.iepomenimera.gr/index.php/el/politismos-kai-varvarotita/georgios-apostolakis-to-xreos-ton-nomikon-brosta-stis-nees-ypoxreotikotites