Η διαφθορά δεν αρχίζει στο υπουργικό γραφείο
Πριν διαφθαρεί το κράτος, έχει αρχίσει να διαφθείρεται η συνείδηση
Το πρωτοσέλιδο είναι από εκείνα που σε αναγκάζουν να σταθείς: «200 φορές μεγαλύτερη η διαφθορά από την εποχή του Τσοχατζόπουλου!».
Τη φράση είπε ο πρώην υπουργός Τάσος Γιαννίτσης, συγκρίνοντας τις διαστάσεις παλαιότερων υποθέσεων διαφθοράς με όσα εμφανίζονται σήμερα στη δημόσια ζωή. Δεν γνωρίζω αν το «διακόσιες φορές» μπορεί να αποτυπωθεί με την ακρίβεια ενός μαθηματικού μεγέθους. Ούτε έχει αυτό, κατά τη γνώμη μου, τη μεγαλύτερη σημασία.
Γιατί το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε είναι βαθύτερο. Η διαφορά με το παρελθόν δεν είναι πλέον μόνο ποσοτική. Είναι ποιοτική.
Κάποτε, όταν μιλούσαμε για διαφθορά, ο νους πήγαινε σχεδόν αυτομάτως στον πολιτικό που χρηματίζεται, στον κρατικό αξιωματούχο που παίρνει τη «μίζα», στον επιχειρηματία που αγοράζει μια δημόσια σύμβαση, στον δημόσιο λειτουργό που εκμεταλλεύεται τη θέση του.
Σήμερα φοβάμαι ότι η διαφθορά έχει απλωθεί πολύ περισσότερο. Έχει γίνει τρόπος σκέψεως. Και αυτό είναι πολύ πιο επικίνδυνο.
Δεν αρχίζει η διαφθορά όταν κάποιος βάλει στην τσέπη εκατομμύρια από ένα δημόσιο έργο. Αρχίζει πολύ νωρίτερα. Αρχίζει τη στιγμή που ο άνθρωπος πείθει τον εαυτό του ότι μπορεί να πάρει κάτι που δεν του ανήκει, αρκεί να μη συλληφθεί.
Όταν ο εργαζόμενος διαχειρίζεται χρήματα του εργοδότη του και κρατάει «κάτι λίγο» για τον εαυτό του. Όταν ο συνεταίρος κρύβει έσοδα από τον συνέταιρό του. Όταν κάποιος εξαπατά τον φίλο του επειδή πιστεύει ότι «δεν θα το καταλάβει». Όταν το παιδί παίρνει κρυφά χρήματα από τον γονέα του. Όταν ο αδελφός αδικεί τον αδελφό στην κληρονομία. Όταν ο επαγγελματίας χρεώνει εκείνο που δεν προσέφερε. Όταν κάποιος χρησιμοποιεί μια γνωριμία για να αποκτήσει εκείνο που κανονικά ανήκει σε άλλον. Όταν ο πολίτης ζητά το «ρουσφέτι» και ύστερα καταγγέλλει το πελατειακό κράτος.
Εκεί βρίσκεται ο πρώτος σπόρος. Τα εκατομμύρια έρχονται αργότερα.
Από τα δέκα ευρώ στα δέκα εκατομμύρια
Υπάρχει μια επικίνδυνη αυταπάτη: ότι άλλο πράγμα είναι η «μικρή παρανομία» του απλού ανθρώπου και άλλο η μεγάλη διαφθορά της εξουσίας.
Η διαφορά είναι ασφαλώς τεράστια ως προς τις συνέπειες. Δεν είναι όμως πάντοτε διαφορετική ως προς τον εσωτερικό μηχανισμό. Η αρχή είναι η ίδια: «Μπορώ να το κάνω; Θα γλιτώσω; Τότε γιατί όχι;»
Και όταν αυτή η λογική γίνει κοινωνικώς ανεκτή, ο άνθρωπος που σήμερα καταχράται εκατό ευρώ δεν αποκτά αυτομάτως άλλη ηθική επειδή αύριο θα βρεθεί να διαχειρίζεται εκατό εκατομμύρια. Απλώς αλλάζει το μέγεθος της ευκαιρίας.
Γι' αυτό και η πολιτική διαφθορά δεν πέφτει από τον ουρανό. Οι πολιτικοί δεν γεννιούνται σε κάποιον άλλον πλανήτη. Βγαίνουν από την ίδια κοινωνία, ανατρέφονται μέσα στις ίδιες αξίες, μαθαίνουν τις ίδιες δικαιολογίες και συχνά υιοθετούν την ίδια ανοχή προς το «μικρό κακό», ώσπου το μικρό γίνεται μεγάλο.
Βεβαίως εδώ υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά. Όσο μεγαλύτερη είναι η εξουσία, τόσο μεγαλύτερη είναι και η ευθύνη. Ο πολίτης που κλέβει εκατό ευρώ αδικεί κάποιον άνθρωπο. Εκείνος όμως που καταχράται δημόσιο χρήμα μπορεί να αδικεί έναν ολόκληρο λαό. Και δεν κλέβει απλώς χρήματα.
Όποιος κλέβει την Άμυνα, αφαιρεί Άμυνα
Αυτό είναι κάτι που συχνά ξεχνάμε όταν ακούμε για εκατομμύρια.
Το δημόσιο χρήμα δεν είναι ένας αφηρημένος αριθμός στον προϋπολογισμό. Είναι νοσοκομεία. Είναι σχολεία. Είναι φάρμακα. Είναι δρόμοι. Είναι κοινωνική πρόνοια. Είναι πυροσβεστικά μέσα. Είναι ασθενοφόρα. Είναι εθνική άμυνα. Επομένως εκείνος που ιδιοποιείται ή σπαταλά παράνομα ένα εκατομμύριο από την Υγεία δεν αφαιρεί απλώς ένα εκατομμύριο από ένα λογιστικό βιβλίο. Αφαιρεί εξετάσεις, κλίνες, προσωπικό, θεραπείες. Και όποιος καταχράται χρήματα προορισμένα για την άμυνα της χώρας, απομειώνει την ίδια την αμυντική της δυνατότητα.
Εδώ η διαφθορά παύει να είναι απλώς οικονομικό έγκλημα. Γίνεται ζήτημα κοινωνικής ασφάλειας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, εθνικής ασφάλειας.
Κανένας χώρος δεν διαθέτει πιστοποιητικό ηθικής ακεραιότητας
Και θα ήταν υποκρισία να περιορίσουμε το φαινόμενο στην πολιτική.
Η διαφθορά μπορεί να εισχωρήσει παντού όπου υπάρχει χρήμα, εξουσία, επιρροή ή δυνατότητα διαχείρισης ανθρώπων και πραγμάτων. Στον επιχειρηματικό κόσμο. Στα συνδικάτα. Στα πανεπιστήμια. Στα μέσα ενημέρωσης. Στον αθλητισμό. Στους επαγγελματικούς συλλόγους. Στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Ακόμη και σε εκκλησιαστικά όργανα και διοικήσεις, τα οποία ασφαλώς δεν καθίστανται, μόνο λόγω του θρησκευτικού τους χαρακτήρα, άτρωτα απέναντι στις ανθρώπινες αδυναμίες. Όπου η φιλοδοξία, το χρήμα, οι εξαρτήσεις και η προσωπική ισχύς υπερνικούν τη διακονία και το ήθος, μπορεί να εμφανιστούν οι ίδιες παθογένειες. Η διαφθορά δεν φοβάται ούτε αξιώματα ούτε τίτλους ούτε στολές ούτε ράσα.
Φοβάται ένα πράγμα: τη συνείδηση που δεν εξαγοράζεται.
Το βαθύτερο πρόβλημα είναι η ηθική αποσύνθεση
Γι' αυτό πιστεύω ότι κάνουμε λάθος όταν θεωρούμε τη διαφθορά αποκλειστικά θεσμικό πρόβλημα.
Χρειαζόμαστε ασφαλώς ελεγκτικούς μηχανισμούς, ανεξάρτητες αρχές, δικαστικό έλεγχο, διαφάνεια, λογοδοσία και πραγματικές κυρώσεις. Οι διεθνείς αξιολογήσεις εξακολουθούν άλλωστε να καταγράφουν την ανάγκη ενίσχυσης των μηχανισμών ακεραιότητας και πρόληψης της διαφθοράς στην Ελλάδα. Η GRECO του Συμβουλίου της Ευρώπης εξακολουθεί και το 2026 να παρακολουθεί την εφαρμογή σχετικών συστάσεων για την κεντρική κυβέρνηση και τις διωκτικές αρχές, ενώ στον Δείκτη Αντίληψης Διαφθοράς 2025 της Transparency International η Ελλάδα καταγράφεται με 50/100 και στην 56η θέση μεταξύ 182 χωρών. (Portal)
Αλλά κανένας θεσμός δεν μπορεί μόνος του να δημιουργήσει έντιμους ανθρώπους. Μπορεί να περιορίσει τον διεφθαρμένο. Μπορεί να τον ελέγξει. Μπορεί να τον τιμωρήσει.
Δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει τη συνείδηση. Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η ρίζα του προβλήματος. Πριν από τη διαφθορά της πολιτικής προηγείται η διαφθορά της ηθικής. Πριν σαπίσει ένας θεσμός, έχουν αρχίσει να σαπίζουν οι άνθρωποι που τον υπηρετούν. Πριν νομιμοποιηθεί η μεγάλη κλοπή, έχει σχετικοποιηθεί μέσα μας η έννοια του τίμιου και του άτιμου.
Αρχίζουμε με το «όλοι έτσι κάνουν». Συνεχίζουμε με το «αν δεν το κάνω εγώ, θα το κάνει κάποιος άλλος». Προχωρούμε στο «κορόιδο είμαι εγώ να είμαι τίμιος;». Και καταλήγουμε στο πιο καταστροφικό: να θεωρούμε τον έντιμο αφελή και τον απατεώνα έξυπνο.
Εκεί έχει ήδη χαθεί η μάχη. Δεν καταρρέουν έτσι μόνο κυβερνήσεις. Καταρρέουν κοινωνίες.
Μια κοινωνία στην οποία κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν πληρώνει τεράστιο τίμημα. Ο πολίτης δεν εμπιστεύεται το κράτος. Ο εργαζόμενος τον εργοδότη. Ο εργοδότης τον εργαζόμενο. Ο ασθενής τον γιατρό. Ο καταναλωτής τον επαγγελματία. Ο πολίτης τον πολιτικό. Ο πιστός τον εκκλησιαστικό θεσμό. Ο ένας άνθρωπος τον άλλον.
Και όταν χαθεί η εμπιστοσύνη, δεν υπάρχει πια κοινωνία. Υπάρχει απλώς ένα πλήθος ανθρώπων που προσπαθούν να προλάβουν να εξαπατήσουν ο ένας τον άλλον.
Αυτό είναι ίσως το τελικό στάδιο της διαφθοράς. Όχι όταν κλέβουν όλοι. Αλλά όταν κανείς πλέον δεν εκπλήσσεται που κλέβουν. Όταν η αποκάλυψη ενός σκανδάλου κρατά δύο ημέρες. Όταν το επόμενο σβήνει το προηγούμενο. Όταν η κοινωνία κουράζεται ακόμη και να αγανακτεί. Όταν το «έτσι είναι τα πράγματα» γίνεται η συλλογική μας παραίτηση. Τότε δεν έχουμε απλώς πρόβλημα πολιτικού συστήματος. Έχουμε πρόβλημα κοινωνικής επιβίωσης.
Γιατί ένα έθνος δεν χάνεται μόνο όταν του πάρουν τα σύνορα. Χάνεται και όταν χάσει τα εσωτερικά του αναχώματα. Όταν η τιμιότητα θεωρείται αφέλεια, η αρπαγή καπατσοσύνη, η ιδιοτέλεια εξυπνάδα και η συνείδηση βάρος. Ένα έθνος με διεφθαρμένη πολιτική μπορεί να αλλάξει πολιτικούς. Ένα έθνος όμως που συμφιλιώθηκε το ίδιο με τη διαφθορά έχει αρχίσει να χάνει το μέλλον του. Και τότε πράγματι αποκτά ημερομηνία λήξεως.
ΠΗΓΗ https://www.iepomenimera.gr/index.php/el/koinonia-oikonomia-kai-politiki/georgios-apostolakis-i-diafthora-den-arxizei-sto-ypourgiko-grafeio