«Ἐν σοὶ Μῆτερ ἀκριβῶς διεσώθη τὸ κατ’ εἰκόνα· λαβοῦσα γὰρ τὸν Σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ καὶ πράττουσα ἐδίδασκες, ὑπερορᾶν μὲν σαρκός παρέρχεται γάρ· ἐπιμελεῖσθαι δὲ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτου· διὸ καὶ μετὰ Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὁσία Μακρίνα, τὸ πνεῦμά σου.»
Ἡ Μαρία Βασσοπούλου γεννήθηκε τὸ 1921, ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς στὸ Βιλαέτι τῆς Σμύρνης. Μὲ τὴν Μικρασιατικὴ Καταστροφὴ ἡ οἰκογένεια τῆς ἀναγκάσθηκε νὰ ἀφήσει τὴν πατρικὴ Ἰωνικὴ γῆ καὶ νὰ μεταφυτευθεῖ στὸν Βόλο. Ἐνῷ ὅμως ἦταν μόλις 10 ἐτῶν, κοιμήθηκαν καὶ οἱ δύο γονεῖς της. Ἔτσι ἡ μικρὴ Μαρία, μαζὶ μὲ τὸ μικρότερο ἀδερφό της, τὸν Γιωργάκη, ἔμειναν παντελῶς ἔρημοι καὶ ἐγκαταλελειμμένοι.
Ὅμως ἡ μικρὴ Μαρία δὲν ἦταν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀπελπίζοντο εὔκολα. Ἔπιασε δουλειά, πρῶτα σὲ μία μικρὴ βιοτεχνία μεταποιήσεως τροφίμων, ὅπου ἔσπαζε καρύδια γιὰ λίγο ψωμί. Κατόπιν ἐργάσθηκε σὲ ἕνα καπνεργοστάσιο. Ἔτσι, μὲ πολλὲς στερήσεις, τὸ ὀρφανὸ κοριτσάκι κατάφερε νὰ μεγαλώσει τὸ πολυαγαπημένο μικρό της ἀδελφάκι. Καὶ ἐνῷ τὰ πράγματα ἄρχισαν κάπως νὰ ὁμαλοποιοῦνται, ξέσπασε ξαφνικὰ ὁ Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος καὶ μαζί του τὰ δίσεκτα χρόνια τῆς Κατοχῆς.
Στὶς ἀρχὲς τῆς Κατοχῆς οἱ γείτονες πρόσφεραν κάποια βοήθεια στὰ ὀρφανά. Ὅταν ὅμως ἄρχισαν οἱ ἄνθρωποι νὰ πεθαίνουν κατὰ δεκάδες στοὺς δρόμους ἀπὸ τὴν πεῖνα, κανεὶς δὲν ἐνδιαφερόταν πλέον τὰ δύο παιδιά. Γιὰ μέρες ὁλόκληρες ἔμεναν νηστικὰ καὶ κόντευαν νὰ πεθάνουν ἀπὸ ἀσιτία.
Τὰ ἀδελφάκια, λοιπόν, χρειάσθηκε νὰ χωρίσουν, μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς ἔτσι ἴσως τοὐλάχιστον ἐπιζήσει τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο. Ὁ μικρὸς Γιωργάκης ἔφυγε στὴν Θεσσαλονίκη καὶ ἡ Μαρία παρέμεινε στὸν Βόλο παντελῶς μόνη της καὶ βυθισμένη στὴν θλῖψι γιὰ τὸν χωρισμό τους.
Καὶ τὰ χρόνια τῆς Κατοχῆς, ἄλλα καὶ τὰ μεταπολεμικὰ χρόνια στάθηκαν γιὰ τὴν Μαρία πολὺ δύσκολα. Δούλευε σκληρὰ σὲ διάφορες ἐργασίες γιὰ λίγο ψωμί, ἄλλα καὶ αὐτὸ τὸ μοίραζε ἀπὸ εὐσπλαχνία.
Χαρακτηριστικά της γνωρίσματα ἦταν: ἡ μεγάλη της εὐσπλαχνία, ἡ συγχωρητικότητα, ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ μεγάλη της ὑπομονή, ἡ ἐργατικότητα καὶ ἡ ὁλονύκτιος προσευχή. Σὲ ὅλη της τὴν ζωὴ ἡ προσευχὴ στάθηκε πυξίδα καὶ βακτηρία.
Συνέβη μάλιστα ἀρκετὲς φορὲς νὰ γευθεῖ «χειροπιαστὰ» τὴν θεϊκὴ ἀντίληψη.»Την περίοδο αὐτὴ ἡ νεαρὴ Μαρία γνωρίσθηκε μὲ τὴν ὀσιωτάτη μητέρα μου», γράφει ὁ πατὴρ Ἐφραὶμ Φιλοθεΐτης.
»Οἱ δύο αὐτὲς ἁγιασμένες ψυχὲς προσηύχοντο μαζὶ στὴν κουζίνα τοῦ πατρικοῦ μου σπιτιοῦ, γονατιστὲς ὅλο τὸ βράδυ, μὲ πάμπολλα δάκρυα καὶ γονυκλισίες. Πολλὰ μὲ δίδαξε τὸ ἅγιο παράδειγμα τους! Αὐτὲς οἱ ἀρετές της στάθηκαν ἡ αἰτία νὰ μαζευτοῦν γύρω της μερικὰ εὐλαβέστατα κορίτσια, ἀπὸ τὰ χρόνια τῆς Κατοχῆς καὶ νὰ ζητήσουν νὰ γίνουν νύμφες τοῦ Χριστοῦ μας». Οἱ κοπέλες ζοῦσαν ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ πατρὸς Ἐφραὶμ ἀπὸ τὸν Βόλο.
Ὅταν ὅμως ἐκεῖνος ἀναγκάσθηκε νὰ γυρίσει στὸ Ἅγιον Ὅρος, οἱ κοπέλες βρέθηκαν ξαφνικὰ ὀρφανές...
Πολλοὶ πνευματικοὶ ζήτησαν νὰ τὶς ἀναλάβουν, ἄλλα δὲν ἀνεπαύοντο μὲ κανέναν, διότι εἶχαν ἀποκτήσει τὸ πνευματικὸ φρόνημα τοῦ Γέροντος Ἰωσήφ.
Γι’ αὐτὸ καὶ ἔγραψαν στὸν Γέροντα μοῦ τὸν Ἰωσήφ τον Σπηλαιώτη καὶ ζήτησαν νὰ τὶς ἀναλάβει αὐτός.
Ἐγώ, ἤδη ἤμουν στὸ Ἅγιον Ὅρος, κοντὰ στὸν Γέροντα. Ὁ Γέροντας ἔκανε προσευχὴ καὶ ἀπάντησε:
«»Ἂν κάνετε ὑπακοή, θὰ σᾶς ἀναλάβω. Ἐὰν δὲν κάνετε, θὰ σᾶς ἀφήσω». Κι’ ἐκεῖνες τοῦ ἀπάντησαν:
«Γέροντα, σ’ ὅ,τι θὰ μᾶς πῆτε, θὰ κάνουμε ὑπακοή...»
Μόλις ὁ Γέροντας πῆρε τὴν ἀπάντησή τους, ἔκανε πάλι προσευχή. Καὶ μετὰ τοὺς ἔγραψε νὰ κάνουν ὑπακοὴ στὴν Μαρία, τὴν μετέπειτα Γερόντισσα Μακρίνα, τὴν ὁποία ποτέ του δὲν εἶχε δεῖ. Καὶ τοὺς ἐξήγησε τὸ λόγο:
«Εἶδα σὲ ὅραμα τὴν Μαρία. Θὰ κάνετε ὑπακοὴ σ’ αὐτήν, διότι ἐγὼ ἀπόψε τὴν εἶδα σὲ ὀπτασία τὴν ὥρα ποῦ προσευχόμουν. Τὴν εἶδα στὴν μέση καὶ γύρω-γύρω ἦσαν πολλὰ προβατάκια. Κι’ ἔτσι κατάλαβα ὅτι αὐτὴν πρέπει νὰ τὴν βάλω Γερόντισσα. Ὁπότε θὰ κάνετε ὑπακοὴ καὶ καμμιά σας νὰ μὴν ἀντιλογήση».
Οἱ ἁγνὲς κοπέλες του εἶπαν: «Νά ‘ναι εὐλογημένο» καὶ πολὺ χάρηκε ὁ Γέροντας μὲ τὴν ὑπακοή τους. Τὶς ἀγαποῦσε πάρα πολύ, διότι μὲ τοὺς νοερούς του ὀφθαλμοὺς ἔβλεπε τὴν ἀγάπη ποὺ εἶχαν γιὰ τὸν Νυμφίο Χριστό. Γι’ αὐτὸ καὶ συχνὰ τοὺς ἔγραφε γράμματα πρὸς στηριγμό τους μὲ λόγια ἄπλα, ἀλλὰ πολὺ δυνατὰ σὰν καὶ τὰ ἀκόλουθα:
«Λοιπόν, ἄλλο μὴν κοιτάζετε, ἀλλὰ ὁμόνοια καὶ ἀγάπη, κάντε ὑπακοήν, διὰ νὰ κερδίσετε τὴν ταπείνωση, διότι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἔγινε παράδειγμα εἰς ἡμᾶς καὶ μᾶς δίδαξε τὴν ταπείνωση, γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου. Λοιπὸν ὑποτάσσεσθε στὴν Μαρία, ὅπου προσπαθεῖ νὰ σᾶς ὠφελήσει καὶ ἐμεῖς ἐδῶ ὅλοι προσευχόμεθα νὰ σᾶς βοηθήση ὁ Κύριος καὶ νὰ σᾶς ἀξιώση τῆς αἰωνίου ζωῆς. Σᾶς εὔχομαι ἐξ ὅλης ψυχῆς ὁ Ταπεινὸς Γεροντάκης Ἰωσήφ»
Ὁ Γέροντας στάθηκε γιὰ τὶς ἁγνὲς αὐτὲς ψυχὲς ἀλάνθαστος νηπτικός, διορατικὸς καὶ διακριτικὸς ὁδηγός. Μιὰ ἀπ’ αὐτὲς τὶς μοναχὲς διηγήθηκε τὰ ἑξῆς γιὰ τὴν ζωή τους κοντὰ στὸν Γέροντα:
«Ὅλα μας τὰ προέλεγε. Ὅ,τι συνέβαινε στὸ μοναστήρι τὰ ἔγραφε στὰ γράμματα του δίχως νὰ τοῦ τὸ ποῦμε.»Όταν ἤμουν στὴν ἀρχὴ τῆς καλογερικῆς, εἶχε ἀρρωστήσει ἡ ἀδελφή μου, ποὺ ἦταν κι’ αὐτὴ δόκιμη τότε. Ἐγὼ πολὺ στενοχωρήθηκα καὶ λέω:
–Παναγία μου, γιατί; Ἐμεῖς ἤλθαμε ἐδῶ νὰ σὲ ὑπηρετήσουμε. Γιατί νὰ ἀρρωστήσει καὶ νὰ μὴν μπορῇ νὰ προσφέρη τὴν βοήθεια τῆς στὸ μοναστήρι; Καὶ πῆγα καὶ κάθισα στὴν αὐλὴ κάτω ἀπὸ μιὰ ἐλιὰ καὶ ἔκλαιγα ὅλη νύκτα...
Μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες, ἦλθε ἕνα γράμμα γιὰ μένα ἀπὸ τὸν Γέροντα ποῦ ἔγραφε: «Μικρό μου παιδάκι, ἀκούω τὴν φωνούλα σου, καὶ δὲν μπορῶ, μοῦ σπαράζει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸν πόνο καὶ μὲ διακόπτει ἀπὸ τὴν προσευχούλα. Μὴν κλαῖς. Ἡ ἀδελφούλα σου θὰ γίνη καλά».
Καὶ τὸ ἔγραψε δίχως κανεὶς νὰ τὸ ξέρη! Μοῦ λένε οἱ ἀδελφές:
–Τί ἔκανες ἀδελφή; Τοὺς λέω:
–Νά, πῆγα καὶ ἔκλαιγα κάτω ἀπὸ τὴν ἐλιά. Πῶς ὅμως αὐτὸς τὸ γνώριζε, ἀφοῦ ἦταν μακριὰ στὸ «Ἅγιον Ὅρος;
Παρομοίως, κάποτε εἶχε ἀρρωστήσει ἡ Γερόντισσα Μακρίνα κι’ ἔκανε αἰμόπτυση. Κι’ ἐμεῖς δὲν εἴχαμε τηλέφωνο νὰ ἐπικοινωνήσουμε μὲ τὸν Γέροντα καὶ νὰ τοῦ ποῦμε. Ἀλλὰ καὶ στὸ γράμμα ποὺ γράψαμε μετά, τοῦ τὸ κρύψαμε, γιὰ νὰ μὴν τὸν στενοχωρήσουμε καὶ νὰ τὸν διακόψουμε ἀπὸ τὴν προσευχή του. Ἐκεῖνος ὅμως μᾶς στέλνει ἕνα γράμμα καὶ μᾶς γράφει:
«Παιδάκια μου, γιατί δὲν μοῦ γράψατε ὅτι ἡ Γερόντισσα εἶναι ἄρρωστη καὶ πάσχει, γιὰ νὰ προσευχηθοῦμε; Κάνατε πολὺ κακῶς νὰ νομίζετε ὅτι θὰ μὲ διακόψετε ἀπὸ τὴν προσευχή. Διότι ἐμεῖς τὴν εἴδαμε νοερῶς τὸ βράδυ, ποὺ προσευχόμασταν μὲ τὸν πατέρα Ἀρσένιο, ὅτι ἡ Γερόντισσα Μακρινὰ ἦταν σοβαρὰ ἄρρωστη. Καὶ κάναμε πολλὴ προσευχή. Παιδιά μου, θέλω νὰ μὲ ἐνημερώνετε γιὰ ὅ,τι θὰ σᾶς συμβαίνει στὸ μοναστήρι καὶ ἰδίως μὲ τὴν Γερόντισσα. Νὰ μοῦ τὰ γράφετε».
Ἀλλὰ καὶ ἡ Γερόντισσα Μακρίνα τοὺς ἔβλεπε τὸ βράδυ δίπλα στὸ μαξιλάρι της καὶ τοὺς δυό, τὸν Γέροντα Ἰωσὴφ καὶ τὸν πατέρα Ἀρσένιο, ὅτι ἔκαναν κομποσχοίνι μὲ σταυρὸ καὶ ἔλεγαν: «Κύριε, θεράπευσον τὴν δούλην σου».
«Πολλὲς φορές μας τὸ ἔκανε αὐτὸ ὁ Γέροντας. Τὴν ὥρα ποῦ προσηύχετο, ἔβλεπε τί κάναμε καὶ ποῦ βρισκόμασταν. Καὶ ἐμεῖς ἀπορούσαμε πῶς ὅ,τι σκεφτόμασταν, αὐτός μας τὰ ἔγραφε μόνος του. Καὶ μετὰ γέμιζαν οἱ ψυχές μας ἀπὸ δέος καὶ φόβο!» Αὐτὰ ἔλεγε ἢ Γερόντισσα.
Τὸ μοναστήρι αὐτὸ πρόκοψε πάρα πολύ. Ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ εὐλογημένο κοινόβιο βγῆκαν πολλοὶ εὐκλεεῖς καρποί, ψυχὲς ἁγνές, ἀφιερωμένες στὴν ἀγάπη καὶ τὴν λατρεία τοῦ ἐπουρανίου Νυμφίου. Μετὰ τὴν κοίμησι τοῦ Γέροντος Ἰωσήφ, ὁ παπα-Εφραὶμ ὁ Κατουνακιώτης, πολλὲς φορές τα βράδυα στὴν ἀγρυπνία του ἔβλεπε μὲ τοὺς νοερούς του ὀφθαλμούς, δύο στύλους πυρὸς πάνω ἀπὸ τὸν Βόλο, νὰ ὑψώνονται ἀπὸ τὴν γῆ στὸν οὐρανό.
Ἐπρόκειτο γιὰ τὴν ἤδη μακαριστὴ Γερόντισσα Μακρίνα καὶ μία ἀπὸ τὶς χαριτωμένες μοναχές της.
Τὸ μοναστήρι της Πορταριὰς διακρίθηκε διὰ τὴν πνευματικότητα τοῦ καὶ χιλιάδες πιστῶν, ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν περιοχήν, ἄλλα καὶ ἀπὸ ὅλην τὴν Ἑλλάδα εὑρῆκαν καταφύγιο κοντὰ στὴν ἀλησμόνητη Γερόντισσα Μακρίνα καὶ ὠφελήθηκαν πνευματικά.
Τὸ πρόσωπο τῆς ἀκτινοβολοῦσε καλωσύνη, ἀγάπη, εἰλικρίνεια καὶ πίστι. Ἡ ἠρεμία της καὶ ὁ γλυκός της λόγος ἦταν στήριγμα καὶ πηγὴ δυνάμεως γιὰ ὅσους εὐτύχησαν νὰ τὴν γνωρίσουν. Ἀπὸ αὐτὴν τὴν χαριτωμένη ἀδελφότητα, στάλθηκαν μοναχὲς καὶ ἐπάνδρωσαν τὴν Μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου στὶς Σέρρες καὶ τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαὴλ στὴν Θάσο. Καὶ ἀπ’ αὐτὲς τὶς Μονὲς στάλθηκαν κατόπιν μοναχὲς σὰν προζύμι, στὴν Βόρειο Ἀμερικὴ καὶ στὸν Καναδᾶ, γιὰ νὰ φυτευόσουν κι’ ἐκεῖ τὸ Ὀρθόδοξο μοναχικὸ ἰδεῶδες...
Ὁ Θεὸς θέλει προσευχή, προσοχή, καὶ ταπείνωση. Νὰ προσέχουμε τὴν ἀργολογία. Νὰ δαγκώνουμε λίγο τὴ γλῶσσα μας γιὰ νὰ λέμε καὶ καμιὰ εὐχή. Γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ προσευχηθοῦμε καὶ λίγο τὴ νύχτα, νὰ θυμηθοῦμε καὶ τοὺς ἀνθρώπους ποῦ ἔχουν ἀνάγκη.... Γι’ αὐτὸ νὰ ζητᾶμε σύνεση, ἐπίγνωση τῶν πραγμάτων ποὺ θὰ ποῦμε, τί δὲν θὰ ποῦμε.
Νὰ εἴμαστε συνεπεῖς στὴν ἐκκλησία, στὸ διακόνημά μας καὶ ὁ Θεὸς θὰ μᾶς βοηθήσει. Προσέξτε τὴν παρρησία, τὴν μεγαλοφωνία, τὴν ἀργολογία καὶ τὴν κατάκριση.
Ἡ Γερόντισσα Μακρίνα στὸ Λονδῖνο...
Πρὸ ἐτῶν ἡ Γερόντισσα εἶχε ἕνα θέμα ὑγείας καὶ μετὰ ἀπὸ προσευχὴ καὶ κατόπιν ὑπακοῆς πῆγε στὸ Λονδῖνο. Ἔκανε μιὰ μικρὴ ἐπέμβαση στὸ ἔντερο. Συνοδεύετο ἀπὸ μερικὰ πνευματικὰ παιδιά της.
Τὸ πρῶτο βράδυ ἦταν δύσκολο. Σύμφωνα μὲ τὸ τυπικὸ τοῦ Νοσοκομείου στὴν Γερόντισσα δὲν ἐπέτρεψαν νὰ μείνει κάποιος τὸ βράδυ κοντά της. Ὅταν ὅλοι ἔφυγαν ἡ Ἡγουμένη τῆς Ἱερᾶς τῆς Παναγίας Ὁδηγητρίας ἔμεινε μόνη. Μόνη μὲ ἀρκετὴ δυσκολία τὸ πρῶτο βράδυ μετὰ τὴν ἐπέμβαση...
Ξαφνικὰ χτυπᾶ ἡ πόρτα καὶ μπαίνουν μέσα δύο γιατροὶ μαῦροι. Τῆς συμπεριφέρονται εὐγενικὰ καὶ συμπαρίστανται στὴν ἀγωνία τῆς Ὁ ἕνας τὴν κρατᾶ ἀγκαλιὰ καὶ ὁ ἄλλος μὲ τὸ πτυελοδοχεῖο καὶ γάζες βοηθοῦν νὰ περάσει τὸ σημεῖον τῆς δυσκολίας. Τὸ πρωὶ φεύγουν οἱ ἰατροί. Μάρτυρες τοῦ γεγονότος οἱ γάζες σὲ μιὰ γωνιὰ τοῦ δωματίου εὑρισκόμενες. Ὅταν ἔρχονται τὰ πνευματικὰ παιδιά της, ἡ Μητέρα εἶναι πολὺ καλά. Ὅταν ζητοῦν ἀπὸ τὴν προϊσταμένη τὰ ὀνόματα τῶν ἰατρῶν, πληροφοροῦνται ὅτι ἰατροὶ δὲν ὑπάρχουν στὸ Νοσοκομεῖο.
Ἡ Γερόντισσα προσεύχεται διὰ τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος καὶ παίρνει τὴν πληροφορία, ὅτι οἱ μαῦροι ἰατροὶ ἦταν τὸ ζεῦγος τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων ἀπὸ τὴν Αἰθιοπία. Τὸ ἴδιο βράδυ γινόταν πολὺ προσευχὴ καὶ στὸ Ἅγιον Ὅρος.
Τέτοιες καταστάσεις περνοῦσε πολλὲς ἡ Γερόντισσα, διὰ τοῦτο εὑρίσκετο πάντοτε εἰς κατάσταση Χάριτος καὶ προσφορᾶς Ἀγάπης...
Ἡ γερόντισσα Μακρίνα, ἐκοιμήθη ἐν ὁσιότητι, τὴν Κυριακὴ 4 Ἰουνίου 1995.