Ἦταν μιά στιγμή πού ἡ ἐπίγεια πραγματικότητα συναντοῦσε τὸ θεῖο μυστήριο. Ὁ παπα-Φώτης, μέ τά ἴδια του τά μάτια, ἀξιώθηκε να δεῖ τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Φωτός. Ἡ περιγραφή του εἶναι τόσο ζωντανή πού μεταφέρει τόν ἀναγνώστη στην καρδιά τοῦ Παναγίου Τάφου. «Καθ’ ἥν στιγμήν ὁ Ἅγιος Πέλης ὁ ἐδέετο», γράφει, «ἀστραπιαίως ἔλαμψεν τὸ Ἅγιον Κουβούκλιον ἄπλετον καί ἀδαμάντινον Φῶς ἐκβλύζον ἐκ τῶν παραθύρων τῆς διπλῆς σειρᾶς τῶν εὑρισκομένων ἐν τῷ Τυμπάνω τοῦ Τρούλλου τοῦ Κουβουκλίου».
Φανταστεῖτε τή σκηνή: Το ἱερό Κουβούκλιο, τό μικρό παρεκκλήσι πού περικλείει τόν Πανάγιο Τάφο, να πλημμυρίζει ξαφνικά ἀπό ἕνα ἄπλετο, ἀδαμάντινο φῶς. Δέν ἦταν ἕνα ἁπλό φῶς, ἀλλά μιά λάμψη πού ἔμοιαζε μέ διαμάντι, καθαρή, λαμπερή καί τόσο ἔντονη πού ξεχείλιζε ἀπό τά παράθυρα τοῦ τρούλου, φωτίζοντας τά πάντα γύρω του. Ήταν μιά στιγμή πού ὁ οὐρανός ἄνοιγε καί τό θεῖο φῶς κατέβαινε στή γῆ, ἐπιβεβαιώνοντας το μέγα θαῦμα τῆς Ἀνάστασης.
Ἡ ἐμπειρία τοῦ παπα-Φώτη δέν σταμάτησε ἐκεῖ. Μετά τό πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Μεγάλου καί Ἁγίου Σαββάτου, ὁ Γέροντας διῆλθε τοῦ Κουβουκλίου γιά νά προσκυνήσει τόν Πανάγιο καὶ ζωηφόρο Τάφο. Ἡ εἰκόνα πού ἀντίκρυσε ἦταν ἐξ ἴσου μυστηριώδης καί συγκλονιστική: ὁ Τάφος «ἦτο έφαπλωμένος ὡς ὑπό πάχνης».
Μιά αόρατη, ἱερή πάχνη, σάν οὐράνια δροσιά, κάλυπτε τόν τόπο ὅπου ἀναστήθηκε ὁ Κύριος, μαρτυρώντας τήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Πάσχα, ὁ παπα-Φώτης βίωσε μιά ἀκόμη ἀποκάλυψη. Καθώς ἀνασήκωναν τό κάλυμμα τοῦ Ἁγίου Τάφου, εἶδε κάτι πού συνέβαινε μόνον αὐτήν τήν ἡμέρα: «ἐκ τῆς ραγισθείσης [ραγισμένης] πλακός ἔβλεπον μόνον αὐτὴν τὴν ἡμέραν ὡς ἰσχυροί ἀδάμαντες νά ἐκπηγάζουν καὶ άναβλούν να διαλάμπη τὸ Ἅγιον Φῶς ἤμερον καί γλυκύ…». Ἀπό τήν ραγισμένη πλάκα τοῦ Τάφου, τὸ Ἅγιο Φῶς ἐκπήγαζε καὶ ἀνάβλυζε σὰν ἰσχυροί ἀδάμαντες, ὄχι πλέον μὲ τὴν ἔνταση τῆς ἀστραπῆς, ἀλλά ἥμερο καί γλυκό, πλημμυρίζοντας τόν χῶρο μέ μιά ἀτμόσφαιρα οὐράνιας γαλήνης.
Αὐτή ἡ ἐπιστολή τοῦ παπα-Φώτη δέν εἶναι ἁπλῶς μιά περιγραφή ἑνός θαύματος. Εἶναι μιά βιογραφική μαρτυρία τῆς βαθιᾶς πνευματικῆς του ζωῆς, τῆς ἱκανότητάς του να βλέπει καί νά βιώνει θεῖες καταστάσεις μέ τρόπο ἄμεσο καί προσωπικό. Ἡ ἐμπειρία τοῦ Ἁγίου Φωτός, μέ τήν ἐκθαμβωτική του λάμψη καί τήν ἥμερη γλυκύτητά του, σφράγισε τήν ψυχή τοῦ Γέροντα, ἐπιβεβαιώνοντας τὴν ἀλήθεια τῆς Ἀνάστασης καί τήν ἀδιάλειπτη παρουσία τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο. Ἡ χαρά καί ὁ ἐνθουσιασμός του στήν περιγραφή αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας φανερώνουν τήν ἀγάπη του γιά τόν Χριστό καί τήν εὐγνωμοσύνη του γιά τήν ἀνεκτίμητη αὐτή ἀποκάλυψη.
Ἀπ’ τὸ βιβλίο τοῦ Ἡγουμένου τῆς Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Ἀναπαυσὰ Μετεώρων π. Θεοφάνη Κάσσου «παπα-Φώτης Λαυριώτης, ὁ διὰ Χριστὸν σαλός. Στὰ μονοπάτια τῆς ταπείνωσης. Ἀφηγηματικὴ βιογραφία», σελ. 144-145
Συντάκτης
filippiaven