Ελληνορωμαϊκά!

Τρίτη 26 Μαΐου 2026

δώστε και Προσωπικό Νούμερο στον Ουρανό για να ολοκληρωθεί η πορεία σας;

 Διαβάζουμε και αν ο κ  Γ. Αποστολάκης θλίβεται εμείς αναρωτιόμαστε που υπάρχει φρένο όταν εμείς οι Ορθόδοξοι ψάχνουμε πνευματικό φρένο μέσα στην Αγία Εκκλησία ..αν σας λείπουν οι Αίθουσες με κανένα κονδύλι από τα πολλά μπορεί να βρεθεί χώρος κατάλληλος 

" Από την Αγία Τράπεζα στο πολιτικό πάνελ

Καντήλια, κάμερες και πολιτική υποκρισία"

Γεωργιος Αποστολάκης: Πρώτα οι συναυλίες, μετά τα πάνελ, στο τέλος τι;
 

Ομολογώ ότι όταν είδα τις φωτογραφίες της εκδήλωσης αισθάνθηκα βαθιά θλίψη. Όχι πολιτική. Εκκλησιαστική. Αισθάνθηκα όμως χρέος να καταθέσω την άποψή μου.

Κάποτε οι χριστιανοί έμπαιναν στον ναό για να ανάψουν κερί, να γονατίσουν, να σιωπήσουν, να κλάψουν, να προσευχηθούν. Σήμερα, σε ορισμένες περιπτώσεις, φαίνεται πως κάποιοι θεωρούν ότι ο ναός μπορεί να λειτουργεί και ως αίθουσα πολιτικής προβολής, δημόσιων σχέσεων και επικοινωνιακού “rebranding” της εξουσίας.

Το πρόσφατο γεγονός σε ιερό ναό της Μητροπόλεως Σταγών και Μετεώρων[1], όπου οργανώθηκε εκδήλωση με σαφές κυβερνητικό και πολιτικό πρόσημο, δεν είναι ένα “αθώο περιστατικό”. Είναι σύμπτωμα μιας βαθύτερης αλλοίωσης του ορθόδοξου φρονήματος. Διότι όταν βλέπει κανείς τη σύνθεση του πάνελ, τα πολιτικά πρόσωπα που έσπευσαν, τον χαρακτήρα της εκδήλωσης και και το επικοινωνιακό της ύφος, αντιλαμβάνεται εύκολα ότι δεν επρόκειτο για πνευματική σύναξη, αλλά για δημόσια πολιτική παρουσίαση “έργου”.

Και γεννάται εύλογα το ερώτημα: Πόσοι από αυτούς που φωτογραφήθηκαν κάτω από τις εικόνες και τα καντήλια εκκλησιάζονται πραγματικά; Πόσοι πιστεύουν; Πόσοι βλέπουν την Εκκλησία ως Σώμα Χριστού και όχι ως χρήσιμο σκηνικό λαϊκής νομιμοποίησης;
Γιατί εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη υποκρισία της εποχής μας. Μια πολιτική τάξη που νομοθετεί καθημερινά εναντίον της ορθόδοξης ανθρωπολογίας, εναντίον της παραδόσεως, εναντίον της πνευματικής ελευθερίας του ανθρώπου, εμφανίζεται ξαφνικά μέσα στους ναούς για να φωτογραφηθεί δίπλα σε ιερείς και δεσποτάδες, αναζητώντας λίγη από τη χαμένη κοινωνική αξιοπιστία της πίστεως.

Η εξουσία γνωρίζει καλά κάτι: ο λαός εξακολουθεί να εμπιστεύεται περισσότερο το ράσο παρά το κοστούμι. Γι’ αυτό και επιδιώκει τη “μετάγγιση” κύρους. Δεν χρησιμοποιεί την Εκκλησία επειδή πιστεύει. Τη χρησιμοποιεί επειδή την χρειάζεται.

Εξίσου βαριά, όμως, είναι και η ευθύνη εκείνων των εκκλησιαστικών προσώπων που ανοίγουν τον ναό σε αυτή τη λογική.

Διότι ο ορθόδοξος ναός δεν είναι “πολυχώρος”. Δεν είναι πολιτιστικό κέντρο. Δεν είναι συνεδριακή αίθουσα. Δεν είναι χώρος κοσμικών δρωμένων με “χριστιανικό περιτύλιγμα”.

Είναι τόπος αγιασμού. Τόπος Θυσίας. Τόπος παρουσίας του Θεού.

Οι Ιεροί Κανόνες, η πατερική παράδοση και ολόκληρο το βίωμα της Ορθοδοξίας αντιμετώπιζαν πάντοτε τον ναό με δέος. Η Αγία Τράπεζα δεν υπάρχει για να γίνεται φόντο πολιτικών φωτογραφιών. Ο ναός δεν καθαγιάστηκε για να φιλοξενεί κομματικές εκδηλώσεις, χορωδίες κοσμικού χαρακτήρα, συναυλίες, δημόσιες σχέσεις και κάθε είδους “δρώμενα”.

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη πλάνη πολλών καλόπιστων ιερέων: νομίζουν ότι έτσι “φέρνουν κόσμο στην Εκκλησία”. Στην πραγματικότητα, όμως, συνηθίζουν τον άνθρωπο να βλέπει τον ναό όχι ως τόπο μετανοίας και ιερής σιωπής, αλλά ως έναν ακόμη κοινωνικό χώρο πολλαπλών χρήσεων.

Αυτό λέγεται αποϊεροποίηση. Και η αποϊεροποίηση δεν έρχεται πάντα με βεβήλωση ή διωγμό. Συχνά έρχεται “γλυκά”, με εκδηλώσεις, χειροκροτήματα, μικρόφωνα, πολιτιστικές βραδιές, “καλές προθέσεις” και επικοινωνιακή εξωστρέφεια.

Ο ναός παύει σιγά-σιγά να προκαλεί φόβο Θεού. Γίνεται οικείος με κοσμικό τρόπο. Και τελικά μετατρέπεται από ουρανό σε αίθουσα.
Ακόμη πιο τραγικό, όμως, είναι κάτι άλλο. Κεντρικό πρόσωπο της εκδήλωσης φέρεται να ήταν ο Υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Δηλαδή ο βασικός πολιτικός εκφραστής και προωθητής των ηλεκτρονικών ταυτοτήτων, του προσωπικού αριθμού και συνολικά του υποχρεωτικού ψηφιακού μετασχηματισμού της ζωής.

Εκεί δηλαδή, όπου πλήθος πιστών εκφράζει αγωνία για έναν επερχόμενο ψηφιακό έλεγχο χωρίς όρια. Εκεί όπου ο ίδιος ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης μιλούσε με δραματικό τρόπο και προφητικό λόγο για την πνευματική διάσταση της ηλεκτρονικής επιτήρησης και του ολοκληρωτικού ελέγχου του ανθρώπου.

Και εδώ αποκαλύπτεται μια ακόμη φοβερή αντίφαση της εποχής μας: Τιμούν τον Άγιο με αγρυπνίες. Ψάλλουν τα απολυτίκιά του. Γεμίζουν τους ναούς στις εορτές του. Αλλά αδιαφορούν πλήρως για τη διδασκαλία και τις προειδοποιήσεις του.

Ένας “εορταστικός” Παΐσιος είναι αποδεκτός. Ένας προφητικός Παΐσιος ενοχλεί. Γι’ αυτό και πολλοί θέλουν τον Άγιο ακίνδυνο: σε εικόνες, σε λουλούδια και σε πανηγυρικούς λόγους. Όχι όμως ως φωνή αφυπνίσεως απέναντι σε ένα σύστημα που επιχειρεί να μετατρέψει τον άνθρωπο σε αριθμό, δεδομένο και ψηφιακά διαχειρίσιμη μονάδα.

Το πιο οδυνηρό, τελικά, δεν είναι ότι οι πολιτικοί χρησιμοποιούν την Εκκλησία. Η εξουσία πάντοτε το επιχειρούσε. Το τραγικό είναι όταν εκκλησιαστικοί άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται ότι έτσι συνεργούν, έστω άθελά τους, στη σταδιακή αλλοίωση του ορθόδοξου φρονήματος και στην αποδυνάμωση της ιερότητας του ναού.

Και τότε ο ναός, αντί να θυμίζει Βασιλεία Θεού, αρχίζει να θυμίζει δημόσια σκηνή του κόσμου τούτου. Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό σημείο των καιρών μας.


[1]