Ελληνορωμαϊκά!

Σάββατο 30 Μαΐου 2026

για τις ψυχές , για τους άγνωστους μάρτυρες για εμάς τους αμαρτωλούς

 

διαβάσαμε:  
ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ ΣΤΟ ΔΟΥΣΙΚΟ: ΕΚΕΙ ΠΟΥ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΑΓΓΙΖΕΙ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ...

Γεώργιος Αποστολάκης:

Υπάρχουν κάποιες νύχτες που μοιάζουν να μην ανήκουν ολοκληρωτικά σε αυτόν τον κόσμο.

Νύχτες που ο άνθρωπος, έστω για λίγες ώρες, αφήνει πίσω του τον θόρυβο της καθημερινότητας, τους λογαριασμούς, τις αγωνίες, τις ειδήσεις, τις μικρές και μεγάλες συγκρούσεις της ζωής, και στρέφει το βλέμμα του προς κάτι βαθύτερο. Προς εκείνο το μεγάλο μυστήριο που συνοδεύει τον άνθρωπο από τότε που πρωτοστάθηκε πάνω στη γη: το ερώτημα αν η αγάπη, η μνήμη και η ύπαρξη τελειώνουν πράγματι με τον θάνατο.

Σήμερα είναι Ψυχοσάββατο.

Για τους πιστούς της Εκκλησίας είναι ημέρα αφιερωμένη στις ψυχές των κεκοιμημένων. Ημέρα μνήμης, προσευχής και αγάπης. Όμως, ακόμη και για εκείνους που αμφιβάλλουν ή αναζητούν, η ημέρα αυτή κρύβει μια βαθιά ανθρώπινη αλήθεια: ότι οι άνθρωποι που αγαπήσαμε δεν παύουν να κατοικούν μέσα μας. Η μνήμη τους εξακολουθεί να επηρεάζει τις σκέψεις μας, τις επιλογές μας, ακόμη και τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο.

Χθες το βράδυ βρέθηκα στην αγρυπνία της Ιεράς Μονής Αγίου Βησσαρίωνος Δουσίκου, κοντά στην Πύλη Τρικάλων.



Όποιος έχει βρεθεί έστω μία φορά εκεί, γνωρίζει ότι δεν πρόκειται απλώς για έναν ιστορικό ή θρησκευτικό χώρο. Είναι ένας τόπος που σε υποχρεώνει σχεδόν να σωπάσεις. Το αρχαίο Καθολικό της Μονής, οι τοιχογραφίες των μεγάλων μαστόρων της Κρητικής Σχολής, οι φορητές εικόνες, τα ιερά κειμήλια, η ευωδιά της τιμίας κάρας του Αγίου Βησσαρίωνος, το φως των καντηλιών που τρεμοπαίζει μέσα στο σκοτάδι, δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που δύσκολα περιγράφεται με λέξεις.

Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν αυτές τις γραμμές ίσως δίνουν μια μικρή μόνο ιδέα. Το ημίφως, οι σκιές, οι χρυσές ανταύγειες των εικόνων, οι λειτουργοί μπροστά στην Ωραία Πύλη. Όλα μοιάζουν σαν να ανήκουν σε μια άλλη διάσταση του χρόνου.

Λειτουργοί της αγρυπνίας ήταν ο σεβαστός Γέρων Βησσαρίων, καθηγούμενος της Μονής, ενώ προΐστατο ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Αυλώνος κ. Χριστόδουλος, απλός, λιτός και σεβάσμιος, με εκείνη τη γαλήνη που θυμίζει τους παλαιούς αββάδες των ερήμων.


Ο ναός γέμισε γρήγορα. Μόνο άνδρες, καθώς το μοναστήρι παραμένει άβατο, σύμφωνα με την εντολή του Αγίου κτίτορά του.

Άφθονα τα κόλλυβα.

Αμέτρητα τα ονόματα.

Χιλιάδες οι ψυχές που πέρασαν από τα χείλη των ιερέων και από τις καρδιές των προσκυνητών.

Και κάπου εκεί, μέσα στις πολλές ώρες της ακολουθίας, γεννήθηκε μέσα μου μια αίσθηση που δύσκολα περιγράφεται. Δεν ξέρω αν θα την ονόμαζα βεβαιότητα. Ίσως περισσότερο εμπειρία.

Ένιωθα ότι οι ζωντανοί και οι κεκοιμημένοι δεν ήμασταν δύο διαφορετικοί κόσμοι.

Ότι αποτελούσαμε μία κοινότητα.

Μία μεγάλη οικογένεια.

Οι παρόντες και οι απόντες.

Οι ορατοί και οι αόρατοι.

Ενωμένοι μέσα στη μνήμη, στην αγάπη και στην προσευχή.

Η σκέψη μου περιπλανήθηκε τότε σε όλους τους ανθρώπους που έφυγαν.

Πρώτα στον Βασίλη μας.

Ύστερα στους γονείς, στους συγγενείς, στους φίλους, στους γνωστούς.

Και μετά άρχισα να γυρίζω νοερά στα σπίτια του χωριού όπου γεννήθηκα. Σαν να περπατούσα ξανά τους δρόμους του. Θυμόμουν πρόσωπα. Άλλοτε ολόκληρα ονόματα, άλλοτε μόνο επώνυμα, άλλοτε μονάχα ένα βλέμμα ή ένα χαμόγελο. Και τους μνημόνευα έναν-έναν.

Όταν η μνήμη μου αδυνατούσε να συμπληρώσει τα στοιχεία, εμπιστευόμουν την πανσοφία του Θεού.

Εκείνος γνωρίζει τα ονόματα όλων.

Εκείνος δεν ξεχνά κανέναν.

Και τότε κατάλαβα κάτι που ίσως έχει σημασία για όλους μας.

Ανεξάρτητα από το πώς αντιλαμβάνεται κανείς το μυστήριο του θανάτου, η λήθη είναι πάντοτε μια δεύτερη απώλεια.

Η μνήμη είναι πράξη αγάπης.

Και η προσευχή, για όσους πιστεύουν, είναι η υψηλότερη μορφή μνήμης.

Γι’ αυτό, σήμερα, θα ήθελα να παρακαλέσω όλους όσοι διαβάζουν αυτές τις γραμμές:

Μην ξεχνάτε τους ανθρώπους σας.

Ανάψτε ένα κερί.

Πείτε ένα όνομα.

Κάντε μια μικρή προσευχή.

Θυμηθείτε έναν πατέρα, μια μητέρα, έναν αδελφό, έναν φίλο, έναν γείτονα που έφυγε.

Ακόμη κι αν δεν είστε βέβαιοι τι υπάρχει πέρα από τον ορίζοντα αυτής της ζωής, η αγάπη δεν χάνεται ποτέ όταν γίνεται μνήμη.

Και αν η Εκκλησία έχει δίκιο — όπως πιστεύω βαθιά — τότε οι ψυχές περιμένουν αυτή τη μνήμη όπως ένα διψασμένο παιδί περιμένει ένα ποτήρι δροσερό νερό.

Ένα μικρό «αναψυκτικό».

Ένα γλυκό.

Ένα σημάδι ότι δεν τις ξεχάσαμε.

Αιωνία τους η μνήμη.

https://www.iepomenimera.gr/index.php/el/ekklisia-kai-theologia/georgios-apostolakis-psyxosavvato-sto-dousiko-ekei-pou-o-xronos-aggizei-tin-aioniotita