Στήριγμα και Διδάσκαλος της Λέσβου στα σκοτεινά χρόνια της σκλαβιάς
Ο Άγιος Ιγνάτιος ο Αγαλλιανός
Επίσκοπος Μηθύμνης και Κτήτωρ της Ιεράς Μονής Λειμώνος*
† 14η Οκτωβρίου
Ο Άγιος Ιγνάτιος είναι από τους περισσότερο γνωστούς στο νησί μας, την Λέσβο, τοπικούς Αγίους. Ιδιαίτερα, μάλιστα, γνωρίζουν και τιμούν τον Άγιο οι Χριστιανοί της Ιεράς Μητροπόλεως Μηθύμνης, όπου βρίσκονται τα δύο ιστορικά Μοναστήρια του Αγίου, του Λειμώνος και της Μυρτιδιωτίσσης. Ένδειξη της τιμής αυτής είναι ότι πολλοί στην Επαρχία Μηθύμνης έχουν το όνομα του Αγίου.
Ο Άγιος Ιγνάτιος γεννήθηκε το έτος 1492 στο χωριό Φάραγγα, που δεν υπάρχει σήμερα. Ήταν κοντά στην Καλλονή. Ο πατέρας του Μανουήλ και ο πάππος του Γεώργιος ήταν Ιερείς και μάλιστα οφφικιούχοι της Μητροπόλεως Μηθύμνης. Ήταν απόγονοι της μεγάλης οικογένειας των Αγαλλιανών της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Ιγνάτιος είχε το βαπτιστικό όνομα Ιωάννης. Αργότερα όταν χειροτονήθηκε, πήρε το όνομα Ιγνάτιος.
Σε ποια σχολή φοίτησε και τι γράμματα έμαθε δεν είναι γνωστό. Είναι όμως γνωστό ότι είχε και γνώσεις πολλές και χαρακτήρα καλό και κατόρθωσε να επιβληθεί στις συνειδήσεις των Χριστιανών, να ακτινοβολεί και με την διδαχή και με την πίστη και αρετή του σ όλα εκείνα τα σκοτεινά χρόνια της σκλαβιάς.
Ήλθε σε Γάμο και απέκτησε παιδιά και κατόπιν χειροτονήθηκε Ιερέας και πήρε το οφφίκιο του Σακελλίωνος.
Τότε, κοντά στα άλλα καθήκοντα και ασχολίες του, αντέγραφε βιβλία για να πλουτίσει την βιβλιοθήκη του και παράλληλα έγραφε ποιήματα, που φανερώνουν γενικά την μόρφωση του.
Φοβερή επιδημία που έπεσε στο νησί, του στέρησε την γυναίκα και τα παιδιά του. Του έμεινε μόνο ένα παιδί, που αργότερα έγινε Μοναχός με το όνομα Μεθόδιος και αυτός συνέχισε το έργο του πατέρα του.
Στην θέση που σήμερα είναι η Ιερά Μονή του Λειμώνος υπήρχε ένα φτωχικό ξωκκλήσι του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ. Όλο αυτό το μεγάλο κτήμα ανήκε στον πατέρα του Αγίου, όπως και το άλλο, όπου είναι το σημερινό γυναικείο Μοναστήρι της Μυρσινιώτισσας, που τότε ήταν σχεδόν ερειπωμένο.
Και τα δύο αυτά μεγάλα κτήματα κληρονόμησε ο Άγιος Ιγνάτιος από τον πατέρα του, όπως αναφέρεται σε παλαιά έγγραφα της Ιεράς Μονής Λειμώνος.
Ο Άγιος Ιγνάτιος με μεγάλο και θερμό ζήλο αξιοποίησε τα κτήματα αυτά για ιερούς σκοπούς. Με προσωπική του δαπάνη επισκεύασε το ερειπωμένο Μοναστήρι της Μυρσινιώτισσας. Με τον ίδιο ζήλο ίδρυσε το Μοναστήρι του Λειμώνος και αντί του μικρού ξωκκλησίου του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ έκτισε λαμπρό Ναό, μεγάλο, απαραίτητο για τους πολλούς Μοναχούς που είχαν μαζευτεί εκεί, αλλά και των πολλών προσκυνητών που έρχονταν στο Μοναστήρι.
Για να κατοχυρώσει το Μοναστήρι από τις αρπακτικές διαθέσεις των Τούρκων, αλλά και των κακών γειτόνων, πήγε στην Κωνσταντινούπολη και κατόρθωσε να εκδοθεί Πατριαρχική Πράξη το έτος 1530, και διατάγματα της Τουρκικής Κυβέρνησης (φιρμάνια), με τα οποία κατοχύρωσε την Μοναστηριακή περιουσία.
Μετά την αποπεράτωση του Μοναστηριού, τέσσερα μόνο χρόνια τα κυβέρνησε σαν Ηγούμενος, από το 1526 έως το 1530, γιατί τον επόμενο χρόνο (1531), ενώ βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη τον εξέλεξαν Μητροπολίτη Μηθύμνης, αναγνωρίζοντας «τὴν λαμπροτάτην καὶ ἰσάγγελον πολιτείαν αὐτοῦ».
Όταν ανέλαβε τα επισκοπικά του καθήκοντα, αποφασισμένος να δώσει όλες τις δυνάμεις του για την διοίκηση της Εκκλησίας, αναγκάστηκε να παραδώσει την φροντίδα του Μοναστηριού στον γιο του Μοναχό Μεθόδιο.
Ο βιογράφος του γράφει για τον Άγιο, ότι ξεχώριζε από όλους για τα θεάρεστα έργα του, την διδασκαλία του, την πατρική αγάπη, το ενδιαφέρον του για τον καθένα.
Γράφει χαρακτηριστικά: «Πᾶσα ἡλικία καὶ τάξις ἀνθρώπων εἶχεν ἕνα πατέρα, ἕνα διδάσκαλον, ἕνα στοχαστικὸν σύμβουλον», τον Ιγνάτιο.
Τα Μοναστήρια του δεν ήταν μόνο κέντρα ψυχικού ανεφοδιασμού στα δύσκολα εκείνα χρόνια, δεν ήταν μόνο κέντρα ανακούφισης και παρηγοριάς για τους ταλαιπωρούμενους Έλληνες, και σχολεία που δίδασκαν την ελληνική γλώσσα και ιστορία και κρατούσαν ζωηρή και ανόθευτη την ταυτότητα του γένους μας. Στα σχολεία αυτά και μάλιστα στην περίφημη «Λειμωνιάδα» Σχολή, δίδασκε ο ίδιος ο Άγιος, ο γιος του Μεθόδιος, ο σοφός Παχώμιος Ρουσάνος και άλλοι σοφοί διδάσκαλοι.
Η Σχολή αυτή διατηρήθηκε μέχρι το 1923, που χτίστηκαν και άρχισαν να λειτουργούν τα εκπαιδευτήρια της Καλλονής, που έγιναν και αυτά «τῇ δαψιλῇ χορηγίᾳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς».
Κατά το τέλος του έτους 1563, ο Άγιος Ιγνάτιος ζήτησε να παραιτηθεί από το μητροπολιτικό θρόνο της Καλλονής, για να περάσει την υπόλοιπη ζωή του σαν Μοναχός στα Μοναστήρια του και τέλος παρέδωσε την αγία ψυχή του στο Θεό στις 14 Οκτωβρίου του έτους 1566. Τον ενταφίασαν με βαθιά θλίψη και με μεγάλες τιμές οι Χριστιανοί κάτοικοι όλων των γύρω χωριών στο Μοναστήρι της Μυρσινιώτισσας.
Έπειτα από εννέα χρόνια, όταν ήρθε στη Λέσβο ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Σίλβεστρος, φίλος του Αγίου Ιγνατίου, παρά τις εντολές που είχε δώσει ο Άγιος να μην ανοιχτεί ο τάφος του, επέμενε να κάνει Ανακομιδή των Λειψάνων του.
Άνοιξαν τον τάφο και είδαν τότε να βγαίνει μύρο και άρωμα από τον τάφο και από τα οστά, που ήταν ένα ακόμα σημείο της αγιότητας του.
[Ο Άγιος επιτέλεσε και επιτελεί πολλά Θαύματα].
(*) Περιοδ. «Άγιος Κυπριανός», αριθμ. τεύχους 367 / Δεκέμβριος 2012, σελ. 340-342. Από το Λεσβιακό Αγιολόγιο του Θεολόγου κ. Γεωργίου Σωτηρίου.
Απολυτίκιον Ήχος α΄.
Του λίθου σφραγισθέντος.
Τὸν ποιμενάρχην Μηθύμνης Ἰγνάτιον ἄσμασι, τὸν μετὰ πάντων ἁγίων δοξασθέντα ἐν θαύμασιν, ὑμνήσωμεν ἀπαύστως οἱ πιστοί, συμφώνως ἐν τῇ τούτου ἑορτῇ, καὶ ὡς πλεῖστα κατιδόντες ὑπ᾿ αὐτοῦ, θεραπευθέντα πάθη ἐκβοήσωμεν. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.
+ Τῷ δὲ ἐν Τριάδι Παναγίῳ Θεῷ, τῷ ἐνδοξαζομένῳ ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ, προσκύνησις καὶ εὐχαριστία, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν! ΠΗΓΗ
ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΒΑΤΗΝΗΣ, ΠΡΟΣΤΑΤΙΔΟΣ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ
Η οσία Παρασκευή γεννήθηκε στους Επιβάτες, παραθαλάσσια κωμόπολη της Προποντίδας της Θράκης, στις αρχές του 10ου αιώνα.
Ήταν κατά σάρκα αδελφή του αγίου Ευθυμίου της Μαδύτου, και καταγόταν από την βυζαντινή οικογένεια Ρετσέλη.
Από μικρή ηλικία, ακολουθώντας το κάλεσμα του Ευαγγελίου, έκανε φιλανθρωπίες ανταλλάσσοντας τα ενδύματά της με τα σκισμένα ενδύματα ζητιάνων, ενώ κάποια άλλη στιγμή, μη μπορώντας να βοηθήσει διαφορετικά κάποια ζητιάνα που βρέθηκε στο δρόμο της, της έδωσε τον χρυσό σταυρό της.
Η ομορφιά και η καλοσύνη της προσκάλεσαν το ενδιαφέρον πολλών επιφανών και πλουσίων νέων, οι οποίοι τη ζητούσαν σε γάμο, αλλά εκείνη απέρριπτε όλα τα προξενιά.
Προκειμένου να αποφύγει τον γάμο, εγκατέλειψε το σπίτι της, φεύγοντας για την Κωνσταντινούπολη, και μετά από προσκύνημα στα μοναστήρια και τις εκκλησίες, έφτασε με τα πόδια μέχρι την Ηράκλεια του Πόντου, ούτως ώστε να την χάσουν οι γονείς της.
Στην Ηράκλεια έμεινε για μικρό χρονικό διάστημα, και κατόπιν επιβιβάστηκε σε πλοίο με προορισμό την Ιερουσαλήμ.
Αφού προσκύνησε τα σημεία απ’ όπου πέρασε ο Ιησούς Χριστός, μπήκε σε ένα γυναικείο μοναστήρι, όπου έλαβε και την μοναστική κουρά. Μετά από κάποια χρόνια εγκατέλειψε το μοναστήρι για να ζήσει ασκητικό βίο αναχωρητή.
Στην έρημο παρέμεινε επί πέντε χρόνια με νηστεία και προσευχή, παρακαλώντας τον Θεό να συγχωρέσει τις αμαρτίες της.
Κάποια ημέρα της παρουσιάστηκε άγγελος Κυρίου, ο οποίος την πρόσταξε να εγκαταλείψει την έρημο και να επιστρέψει στην γενέτειρά της.
Έφτασε στο λιμάνι της Ιόππης (σημερινή ονομασία Γιάφα), απ’ όπου ξεκίνησε για τους Επιβάτες.
Όταν έφτασε στους Επιβάτες, η όψη της είχε αλλοιωθεί τόσο πολύ από τις ταλαιπωρίες της ερήμου, ώστε δεν την αναγνώρισε κανένας.
Αφού προσκύνησε τους τάφους των γονέων της, ξεκίνησε με τα πόδια για την Κωνσταντινούπολη, όπου και προσκύνησε σε διάφορα μοναστήρια και εκκλησίες.
Από την Βασιλεύουσα ξεκίνησε να επιστρέψει στους Επιβάτες αλλά σταμάτησε στην Καλλικράτεια, όπου και έμεινε σε ένα παράπηγμα δίπλα στο ναό των Αγίων Αποστόλων, διακονώντας την εκκλησία.
Έτσι παρέμεινε επί δύο χρόνια. Κάποια ημέρα αισθάνθηκε ένα μικρό πόνο στο κεφάλι και παρέδωσε το πνεύμα της ειρηνικά σε ηλικία 27 ετών.
Η φανέρωση του σκηνώματός της στην Καλλικράτεια.
Η άγνωστη υπομονετική καλόγρια τάφηκε στο Κοιμητήριο των Ξένων της Καλλικράτειας, ώσπου μετά από χρόνια αποκαλύφθηκε θαυματουργικά το σκήνωμά της (μεταξύ των ετών 1028-1038).
Κάποιος αμαρτωλός είχε πεθάνει και τυχαία τον έθαψαν δίπλα στον τάφο της οσίας Παρασκευής.
Την ίδια μέρα κάποιος ενάρετος άνθρωπος της Καλλικράτειας, ονόματι Γεώργιος, ονειρεύτηκε μια βασίλισσα, καθισμένη σε χρυσό θρόνο, και πλαισιωμένη από αγγέλους, να του ζητάει να μεταβεί στα κοιμητήρια για να ξεθάψει και να απομακρύνει το σώμα του αμαρτωλού από δίπλα της:
«Απομάκρυνε τις βρομερές σάρκες από δίπλα μου, γιατί εγώ είμαι ήλιος και φως και δεν αντέχω τη δυσωδία».
Εκείνος όμως, σκεπτόμενος ότι πιθανόν είναι πειρασμός του διαβόλου, αδιαφόρησε για το ενύπνιο και δεν εκτέλεσε την διαταγή της οσίας Παρασκευής. Την ονειρεύτηκε και δεύτερη φορά, αλλά αδιαφόρησε το ίδιο.
Την τρίτη φορά την ονειρεύτηκε νευριασμένη να τον απειλεί ότι θα μετανοιώσει πικρά για την αδιαφορία του. Τότε εκείνος την ρώτησε: «Και ποια είσαι κυρία μου;», και η οσία του απάντησε «Ονομάζομαι Παρασκευή και είμαι από τους Επιβάτες».
Έντρομος ο Γεώργιος ειδοποίησε τους κατοίκους της Καλλικράτειας ότι στο Κοιμητήριο των Ξένων είναι θαμμένη μια αγία γυναίκα, η οποία του εμφανίστηκε σε όνειρο τρεις φορές.
Το ίδιο όνειρο μαρτύρησε ότι είδε και μια γυναίκα ονόματι Μαρία.
Τότε ο λαός της Καλλικράτειας πήγε με εκκλησιαστική πομπή στα Κοιμητήρια, σαν να επρόκειτο να βρει μέγα θησαυρό.
Πλησιάζοντας στον τάφο της οσίας Παρασκευής αισθάνθηκαν μια μεγάλη ευωδία, και σκάβοντας βρήκαν το σκήνωμα της αγίας άφθαρτο, σαν να κοιμόταν.
Οι κάτοικοι μετέφεραν το σκήνωμα μέσα στην εκκλησία και το τοποθέτησαν σε σκαλιστή λάρνακα που την είχε φτιάξει κάποιος κάτοικος από το Οικονομείο.
Εκεί το σκήνωμα θαυματουργούσε συνεχώς, με αποτέλεσμα να προκαλέσει το ενδιαφέρον του αυτοκράτορα, ο οποίος ως ένδειξη ευγνωμοσύνης ανακαίνισε την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων στην Καλλικράτεια.
~Περιπέτειες του σκηνώματός Της.
Στην Καλλικράτεια το σκήνωμα της Οσίας Παρασκευής θαυματουργούσε τόσο, ώστε η φήμη της ξεπέρασε γρήγορα τα Βαλκάνια και έφτασε μέχρι και τη Ρωσία.
Κατά το 1238, ο Τσάρος των Βουλγάρων Ασάν Β΄, έπεισε τους Λατίνους (που κατείχαν τότε την Κωνσταντινούπολη) να του δώσουν το σκήνωμα, το οποίο πήρε το δρόμο για το Τύρνοβο της Βουλγαρίας.
Εκεί παρέμεινε μέχρι το 1389, οπότε και μεταφέρθηκε στο Βελιγράδι.
Μετά την Πτώση της Σερβικής πρωτεύουσας στα χέρια των Τούρκων το 1521, ο Σουλτάνος Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής μετέφερε το σκήνωμα στην Κωνσταντινούπολη, αναγκάζοντας το Πατριαρχείο να το αγοράσει έναντι 12.000 χρυσών δουκάτων, μαζί με έναν βραχίονα της Αγίας Αικατερίνης και μιας εικόνας της Θεοτόκου.
Έτσι το σκήνωμα βρέθηκε στον Πατριαρχικό ναό, μέχρι το 1641, όταν παρουσιάστηκε ο Ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας Βασίλειος Λούπου και το ζήτησε ως αντάλλαγμα, της πληρωμής όλων των χρεών του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Αφού λοιπόν η Ιερά Σύνοδος αναγκάστηκε να συμφωνήσει, το σκήνωμα πήρε με άκρα μυστικότητα το δρόμο για το Ιάσιο της Ρουμανίας, όπου και βρίσκεται μέχρι σήμερα. Από τότε θεωρείται η Πολιούχος όλης της Ρουμανίας και η ημέρα της γιορτής της είναι Εθνική Αργία.
Όλες αυτές οι μετακινήσεις του σκηνώματός της, καθιέρωσαν την Οσία Παρασκευή ως Προστάτιδα των Βαλκανίων δημιουργώντας και διεκδικήσεις της εθνικής της ταυτότητας, χωρίς κάποια ιστορική βάση, από τους λαούς που κατείχαν κατά καιρούς το σκήνωμά Της.
Έτσι, καλείται από τους Βούλγαρους ως Βουλγάρα (Петка Българска), από τους Σέρβους ως Σερβίδα (Света Петка ή Параскева Сербская) ενώ τελευταία και από τους Ρουμάνους που κατέχουν το σκήνωμα από το 1641, ως Παρασκευή του Ιασίου (Cuvioasa Parascheva de la Iași). ΠΗΓΗ

