Το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού
Του Γεωργίου Αποστολάκη
Γράφω με αποκλειστικό σκοπό την υπεράσπιση της τιμής του Αγίου Ραφαήλ της Θερμής Λέσβου και την αποκατάσταση μιας σοβαρής συγχύσεως γύρω από τον βίο και το μαρτύριό του. Δεν επιθυμώ προσωπική αντιπαράθεση με τον π. Ευάγγελο Παπανικολάου. Ο γενικός σεβασμός, όμως, προς το πρόσωπο ενός κληρικού δεν μπορεί να αποκλείει τον έλεγχο δημόσιων ισχυρισμών του, ιδίως όταν αυτοί αφορούν έναν Άγιο της Εκκλησίας.
Το ζήτημα προκύπτει από δύο ομιλίες του: την πρώτη, στις 15 Δεκεμβρίου 2021, στην επέτειο των εκατό χρόνων του παρεκκλησίου Οσίας Ξένης Αχαρνών, με τίτλο «Τα δύο ξανθά γένη και η Τουρκοκρατία», και τη δεύτερη, στις 11 Οκτωβρίου 2026, στον Άγιο Ανδρέα, με τίτλο «Ο Άγιος Ραφαήλ και οι προϋποθέσεις της εποχής του».
Στις ομιλίες αυτές αποδίδεται στον Άγιο Ραφαήλ, κατά κόσμον Γεώργιο Λάσκαρη ή Λασκαρίδη, ότι, ως λαϊκός ακόμη και αξιωματικός, συμμετείχε στην αυτοκρατορική και πατριαρχική αποστολή στη Φερράρα–Φλωρεντία και υπέγραψε υπέρ της ενώσεως της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τους Λατίνους. Στη νεότερη ομιλία, από το 58ο λεπτό και εξής, ο ισχυρισμός συνδέεται και με την ερμηνεία του μαρτυρίου του: ο πριονισμός της σιαγόνας και ο επώδυνος θάνατός του παρουσιάζονται ως θεία παραχώρηση για την εξόφληση εκείνης της αμαρτίας.
Πρόκειται για δύο διαφορετικούς ισχυρισμούς, που χρειάζονται χωριστή τεκμηρίωση. Ο πρώτος αφορά ένα ιστορικό γεγονός: αν ο συγκεκριμένος άνθρωπος υπέγραψε συγκεκριμένη πράξη. Ο δεύτερος αφορά την κρίση και την πρόνοια του Θεού: για ποιον λόγο επετράπη ένα ορισμένο βασανιστήριο. Ο δεύτερος, μάλιστα, δεν αποδεικνύεται ακόμη και αν αποδειχθεί ο πρώτος.
Η πρώτη δημόσια αναφορά είχε προκαλέσει ήδη αντίδραση του ιστορικού Νεκταρίου Δαπέργολα, σε δημοσίευμα της 6ης Φεβρουαρίου 2022. Το ύφος εκείνης της κριτικής ίσως δεν εκφράζει όλους. Παραμένει, ωστόσο, το ουσιαστικό ερώτημα που έθεσε: από ποια πηγή προκύπτει ότι ο Άγιος υπέγραψε την ένωση; Φυσικά και οι αντίθετες βιογραφικές διαβεβαιώσεις χρειάζονται παραπομπές και τεκμηρίωση· δεν γίνονται ιστορικές αποδείξεις επειδή υπηρετούν την ορθή πρόθεση της υπερασπίσεώς του.
Η γνώση μας για τον Άγιο Ραφαήλ και τους άλλους νεοφανείς μάρτυρες της Λέσβου συνδέεται πρωτίστως με τις εμφανίσεις και τις μαρτυρίες που καταγράφηκαν μετά την εύρεση των λειψάνων, από το 1959. Αυτόν τον αποκαλυπτικό χαρακτήρα επισημαίνει και το συναξαριακό κείμενο της Αποστολικής Διακονίας. Βασικά έργα αναφοράς αποτελούν το «Σημείον Μέγα» του Φώτη Κόντογλου και η «Ζωή εκ τάφων» του αρχιμ. Δημητρίου Μπεκιάρη.
Στα έργα αυτά δεν υπάρχει καταγεγραμμένος ως αποκάλυψη ο ελεγχόμενος ισχυρισμός του π. Ευαγγέλου Παπανικολάου.
Όποιος λοιπόν επικαλείται άλλη αποκάλυψη και πληροφορία που ανατρέπει την παραδεδομένη εικόνα του Αγίου οφείλει να υποδείξει την καταγραφή της: έκδοση, σελίδα, πρόσωπο που τη δέχθηκε και ακριβές περιεχόμενο.
Στη δημοσιευμένη αγιολογική παράδοση ο Ραφαήλ παρουσιάζεται ως προσκείμενος στον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό και ως αρνηθείς να συμμετάσχει στο ενωτικό συλλείτουργο της Αγίας Σοφίας το 1452. Δεν είναι θεμιτό αυτή η εικόνα να αντικαθίσταται από την αντίθετη χωρίς συγκεκριμένο τεκμήριο.
Ο έλεγχος πάλι του έργου «Απομνημονεύματα» του Σιλβέστρου Συροπούλου, μέλους της βυζαντινής αντιπροσωπείας δεν επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του π. Ευαγγέλου Παπανικολάου. Στην κριτική έκδοση Laurent υπάρχει ένας Λάσκαρης χωρίς μικρό όνομα, τον οποίο ο αυτοκράτορας στέλνει στο Φραγκολίνο. Ο εκδότης προτείνει επιφυλακτικά την ταύτισή του με Ματθαίο. Υπάρχει επίσης Γεώργιος Δισύπατος. Δεν εντοπίστηκε, όμως, τεκμηριωμένη ταύτιση κάποιου από αυτούς με τον Άγιο Ραφαήλ, ούτε καταγραφή υπογραφής του Αγίου. Η παρουσία στην αποστολή, η υποστήριξη μιας πολιτικής και η υπογραφή του ενωτικού όρου είναι διαφορετικά πράγματα.
Επίσης, και η συναφής μεταπτυχιακή εργασία της Μόσχας Παυλίδου, ΕΚΠΑ 2021, με τίτλο «Η παρουσίαση των προσώπων, λαϊκών και κληρικών, της ελληνικής αντιπροσωπείας από τον Σίλβεστρο Συρόπουλο» δεν επιβεβαιώνει την παρουσία του Γεωργίου Λάσκαρη ή Λασκαρίδη στη σύνοδο. Στη σελ. 18, υποσημείωση 93: υπάρχει αναφορά στο επώνυμο «Λάσκαρης», μέσα σε σημείωση για τον διπλωμάτη Ιωάννη Δισύπατο και τους αδελφούς του. Δεν συνδέεται ωστόσο με τον Άγιο Ραφαήλ.
Σε μεταγενέστερες αφηγήσεις συναντούμε και το «Άγραφον» του Φωτίου Λίτσα, του οποίου η έκδοση του 2008 παρουσιάζεται ως μυθιστορηματικό χρονικό.
Σε άρθρο του αρχιμανδρίτη Κυρίλλου Κεφαλόπουλου, αναδημοσιευμένο στην ιστοσελίδα της Μονής Άνω Σουλίου το 2022, προστίθεται σημείωση της Αδελφότητας που παραπέμπει στο βιβλίο αυτό. Εκεί παρατίθεται σε πρώτο πρόσωπο η φράση: «Εγώ φυσικά ήμουν στην πολιτική αντιπροσωπεία … υποστήριζα τον Αυτοκράτορα». Στη συνέχεια, όμως, η ίδια παράθεση αποδίδει στον αφηγητή εσωτερική συμπάθεια προς τον Πλήθωνα και την αντίθεσή του στην ένωση, καθώς και θαυμασμό προς τον Μάρκο Ευγενικό. Συνεπώς, ούτε το συγκεκριμένο απόσπασμα αποδίδει απερίφραστα αποδοχή της ενώσεως. Εν τέλει Το «Άγραφον», στην έκδοση Ακρίτας του 2008, παρουσιάζεται βιβλιογραφικά ως «μυθιστορηματικό χρονικό»· καταγράφεται επίσης διασκευή και επιμέλεια της Άννας Κωστάκου–Μαρίνη. Άρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ιστορική ή αγιολογική πηγή, αφού δεν είναι παρά ελεύθερη μυθιστοριογραφία. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πληροφορία του είναι επινοημένη. Σημαίνει όμως ότι κάθε επίμαχη λεπτομέρεια χρειάζεται αναγωγή στην πηγή της. Η λογοτεχνική αφήγηση δεν αρκεί από μόνη της ως ιστορική μαρτυρία ή ως καταγραφή αποκαλύψεως. Δεν γνωρίζω αν ο π. Ευάγγελος άντλησε από εκεί όσα υποστηρίζει· ο ίδιος χρειάζεται να το διευκρινίσει.
Ακόμη σοβαρότερη είναι η ερμηνεία του μαρτυρίου ως τιμωρίας για την υποτιθέμενη υπογραφή. Η Εκκλησία τιμά τον Ραφαήλ ως ιερομάρτυρα. Η σύνδεση ενός συγκεκριμένου βασανιστηρίου με συγκεκριμένη προσωπική ενοχή χρειάζεται ιδιαίτερη θεμελίωση. Δεν μπορεί να εμφανίζεται ως γνώση της θείας κρίσεως μια προσωπική ερμηνεία του ομιλητή.
Για τον λόγο αυτόν, παρακαλώ τον π. Ευάγγελο Παπανικολάου να αποσαφηνίσει δημοσίως και χωρίς καθυστέρηση το ζήτημα: να υποδείξει την ακριβή πηγή τόσο της υπογραφής όσο και της ερμηνείας του μαρτυρίου. Εάν τέτοια τεκμηρίωση δεν υπάρχει, οφείλει να ανακαλέσει δημοσίως και τα δύο.
Μια καθαρή διόρθωση θα υπηρετούσε την αλήθεια και θα τιμούσε τον ίδιο. Εάν, αντίθετα, ο ισχυρισμός συνεχίσει να επαναλαμβάνεται χωρίς πηγή, θα καταστεί εύλογο να ζητηθεί εξήγηση για την επιμονή και τον σκοπό αυτής της ερμηνείας. Δεν προδικάζω κίνητρα· ζητώ να αρθεί η σύγχυση.
Η τιμή του Αγίου και η ευθύνη του εκκλησιαστικού λόγου απαιτούν συγκεκριμένη απάντηση.