ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ
Ἂγιος Παΐσιος: «Χατζήδες εἶναι αὐτοί; Σὲ μισὴ ὥρα πᾶνε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ σὲ μισὴ ὥρα γυρνάνε! Χατζήδες εἶναι;»
orthodoxia.gr
Εἶναι καὶ μερικοὶ ποὺ λένε: «Θὰ πάω στὴν μία Παναγία, θὰ πάω στὴν ἄλλη Παναγία!». Ἡ Παναγία εἶναι μία. Δὲν εἶναι ὅτι τὸ κάνουν ἀπὸ εὐλάβεια, ἀλλὰ γιατὶ θέλουν νὰ βγοῦν ἔξω, νὰ ξεσκάσουν. Ἀπὸ ἐκεῖ νὰ καταλάβης ὅτι οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουν ἠρεμία. Ἂν δὲν ἔχη κανεὶς εὐλάβεια, ταπείνωση, καὶ μέσα στο Κουβούκλιο τοῦ Παναγίου Τάφου νὰ τὸν βάλης, τίποτε δὲν θὰ δῆ. Ἐνῶ, ἂν ἔχη εὐλάβεια, καὶ στὸν Γολγοθᾶ μπορεῖ νὰ δῆ τὸ Ἅγιο Φῶς. Κάποτε ἕνας δόκιμος ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ ῾Αγίου Σάββα πῆγε τὸ Μέγα Σάββατο νὰ πάρη ῞Αγιο Φῶς ἀπὸ τὸν Πανάγιο Τάφο γιὰ τὸ μοναστήρι του – ὑπάρχει συνήθεια νὰ στέλνουν τὰ γύρω μοναστήρια μοναχούς, γιὰ νὰ πάρουν τὸ Ἅγιο Φῶς. Αὐτὸς ἔκανε μιὰ πονηριά· ἐπειδὴ φοροῦσε ράσα, παραμέρισε τοὺς κοσμικούς καὶ μπῆκε μπροστά. Ὕστερα, ὅταν ἦρθαν κάποιοι κληρικοί, τὸν παραμέρισαν αὐτόν, ἐπειδὴ ἦταν κανονισμένο ποιός θὰ καθήση ἐδῶ, ποιός ἐκεῖ. Τότε τὰ ἔβαλε μὲ τὸν ἑαυτό του ὁ δόκιμος: «Βρέ ταλαίπωρε ἁμαρτωλέ, χαμένε ἄνθρωπε, μὲ ὅλα τὰ χάλια σου προχώρησες καὶ μπροστά; Νὰ τσακιστῆς νὰ φύγης ἀπὸ ἐδῶ. Οὔτε μέσα στὸν Ναὸ δὲν εἶσαι ἄξιος νὰ μείνης». Τὰ πίστευε αὐτὰ ποὺ ἔλεγε. Βγήκε λοιπόν ἔξω ἀπὸ τὸν Ναὸ καὶ παρακαλοῦσε τὸν Χριστό: «Χριστέ μου, Σὲ παρακαλῶ, ἂς μὲ ἀνεχθῆς νὰ πάω σὲ κανένα ἄλλο προσκύνημα». Καὶ πῆγε μετὰ πιὸ πάνω στὸν Γολγοθά. Ἐκεῖ ἐλεεινολογοῦσε πάλι τὸν ἑαυτό του: «Ακοῦς, νὰ κάνω τέτοια πονηριά! Ἐπειδὴ φοράω ράσα, παραμέρισα ἐγώ ὁ ἐλεεινὸς τοὺς ἄλλους ποὺ εἶναι καλύτεροι ἀπὸ μένα…».
Καὶ ἐνῶ ἐλεεινολογοῦσε τὸν ἑαυτό του, βγῆκε σὲ μιὰ στιγμὴ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Γολγοθά, σὰν ἀστραπή, ἕνα δυνατὸ φῶς ποὺ τὸν διέλυσε. Τότε ὁ καημένος εἶπε: «Κατέβηκε τὸ Ἅγιο Φῶς». Πῆγε, πῆρε ῞Αγιο Φῶς μὲ τὸ φαναράκι του ἀπὸ ‘κεῖ καὶ ἔφυγε.
– Γέροντα, δηλαδὴ δὲν βοηθοῦν τὰ προσκυνήματα ποὺ γίνονται λ.χ. στοὺς Ἁγίους Τόπους;
– Κοίταξε νὰ σοῦ πῶ. Σήμερα, ἂν πᾶς, γιὰ νὰ ὠφεληθῆς λίγο, πρέπει νὰ βλαφθῆς πολὺ μέσα στὰ τραῖνα, στὰ ἀεροπλάνα, στὰ ξενοδοχεία. Ὅλα ἔχουν κοσμικοποιηθῆ. Τί θὰ ὠφεληθῆ κανείς, ἂν πάη σὲ ἕναν πνευματικό χῶρο καὶ δῆ καὶ μιὰ μεγάλη κοσμικὴ ἀταξία; Πρέπει νὰ εἶναι πολὺ δυνατός, γιὰ νὰ τὰ ἀξιοποιήση ὅλα πρὸς τὸ καλό. Καὶ ἐκεῖ στὰ προσκυνήματα αὐτὸς ποὺ μιλάει καὶ ἐξηγεῖ, ὅταν πηγαίνουν μὲ γκρούπ, εἶναι καλύτερα σε μερικές περιπτώσεις νὰ μὴ μιλάη. Γιατὶ δὲν λέει μὲ εὐλάβεια λ.χ. «αὐτὴ εἶναι ἡ Γεθσημανῆ, ἐδῶ εἶναι ὁ Πανάγιος Τάφος κ.λπ.», ἀλλὰ ἀρχίζει βρρρρ: «Ἐδῶ εἶναι αὐτό, ἐκεῖ εἶναι τὸ ἄλλο, τώρα θὰ πᾶμε στὴν Βηθλεέμ, ὅπου ἦρθαν οἱ Μάγοι ἀπὸ τὴν Περσία», καὶ σιγά-σιγά πάει τοὺς προσκυνητές στό… Κουβέιτ! Ἔτσι δὲν ἀφήνει καὶ ἕναν ποὺ διάβασε ᾿Αγία Γραφὴ καὶ ξέρει ὅτι ἐδῶ εἶναι ὁ Πανάγιος Τάφος, ἐκεῖ ἡ Γεθσημανή κ.λπ. νὰ συγκεντρωθῆ καὶ νὰ προσευχηθῆ. Αὐτὰ χρειάζονται μόνο σὲ ἕναν ποὺ δὲν διάβασε ᾿Αγία Γραφή, ἀλλὰ ὅσοι πᾶνε για προσκύνημα στούς ᾿Αγίους Τόπους ἔχουν διαβάσει᾿Αγία Γραφή. ᾿Αντί δηλαδή νὰ βοηθηθοῦν οἱ ἄνθρωποι, ζαλίζονται. Ἐν τῷ μεταξύ φεύγουν ἀμέσως ἀπὸ τὸ ἕνα προσκύνημα καὶ πᾶνε στὸ ἄλλο, καὶ οὔτε κᾶν ποτίζει μέσα τους αὐτὸ ποὺ ἀκοῦν. Ἄλλο εἶναι, ὅταν κανείς πηγαίνη προσκύνημα μὲ πνευματική συντροφιὰ καὶ πνευματικό συνοδὸ καὶ ἔχη κάνει προηγουμένως καὶ μιὰ ἀνάλογη προετοιμασία.
Ἔλεγε μιὰ Φαρασιώτισσα ποὺ ἔμενε στὰ Γιαννιτσά: «Χατζήδες εἶναι αὐτοί; Σὲ μισὴ ὥρα πᾶνε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ σὲ μισὴ ὥρα γυρνάνε! Χατζήδες εἶναι;».
Παλιὰ οἱ καημένοι ἔμεναν στὰ προσκυνήματα καὶ ἔκαναν ἀγρυπνίες, γιὰ νὰ ὠφελοῦνται πνευματικά, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ μὴν κάνουν ἔξοδα μένοντας σὲ ξενοδοχεῖα, καὶ τὰ χρήματα τὰ ἔδιναν ἐλεημοσύνη. Καὶ ἂν κανεὶς δὲν εἶχε καμμιὰ πνευματικὴ ἀλλοίωση, ὅταν ἐπέστρεφε, τοῦ ἔλεγαν: «Σκόρδο πῆγες, κρεμμύδι γύρισες». Ὁ Ἅγιος ᾿Αρσένιος πήγαινε κάθε δέκα χρόνια στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ βάδιζε πέντε μέρες μὲ τὰ πόδια μέχρι τὴν Μερσίνα, γιὰ νὰ πάρη τὸ καράβι. Σήμερα σπάνια νὰ βρῆς τέτοιες περιπτώσεις. Θυμᾶμαι, εἶχε ἔρθει στὸ Καλύβι ἕνας Ρώσος ἀπὸ τὸ Βλαδιβοστόκ, ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Ἰαπωνία. Εἶχε τάξει νὰ πάη στοὺς Αγίους Τόπους μὲ τὰ πόδια. Ὅταν πῆγε νὰ πάρῃ εὐλογία ἀπὸ τὸν Δεσπότη του, ἐκεῖνος τοῦ εἶπε: «Δὲν εἶσαι καλά, ποὺ θὰ πᾶς μὲ τὰ πόδια». Γι’ αὐτὸ πῆγε στὸ Μοναστήρι τοῦ Ζαγκόρσκ στην Μόσχα καὶ πῆρε εὐλογία ἀπὸ ἕναν Στάρετς. Ξεκίνησε ἀπὸ ἐκεῖ τὸ Πάσχα μὲ τὰ πόδια καὶ ἔφθασε στὰ Ἱεροσόλυμα τὸν Ὀκτώβριο. Ἑβδομήντα χιλιόμετρα τὴν ἡμέρα βάδιζε. Ἦρθε μετὰ καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος μὲ τὰ πόδια καὶ θὰ ξαναπήγαινε στὰ Ἱεροσόλυμα. Εἶχε πραγματικό θεῖο ἔρωτα. Ζοῦσε σὲ ἄλλον κόσμο. Ἤξερε λίγα ἑλληνικὰ καὶ συνεννοούμασταν. «Νόμιζα, μοῦ εἶπε, ὅτι θὰ εἶναι ἐκεῖ ὁ ᾿Αντίχριστος, γιὰ νὰ μαρτυρήσω, νὰ μοῦ κόψη τὸ κεφάλι, ἀλλὰ δὲν ἦταν! Τώρα ποὺ θὰ ξαναπάω στὰ Ἱεροσόλυμα, θὰ βάλω μιὰ μετάνοια στὸν Πανάγιο Τάφο καὶ γιὰ σένα, καὶ ἐσὺ νὰ μνημονεύης τὸ ὄνομά μου». Σηκώθηκε ἐπάνω καὶ ἔκανε μιὰ μετάνοια, γιὰ νὰ μοῦ δείξη πῶς θὰ κάνη, καὶ χτύπησε το κεφάλι του πάνω σὲ μιὰ πέτρα. Ἔβλεπες μια φλόγα μέσα του.
Ἐνῶ ἄλλοι, ἔτσι ὅπως πᾶνε στοὺς ᾿Αγίους Τόπους γιὰ τουρισμό καὶ χωρὶς εὐλάβεια, εἶναι καλύτερα νὰ μὴν πᾶνε.
Πόσο ἔντονη εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στοὺς ῾Αγίους Τόπους! Στὸν δρόμο λ.χ. ποὺ πάει κανείς πρὸς τὸν Γολγοθᾶ αἰσθάνεται μιὰ ἀλλοίωση. Καὶ νὰ μὴν ξέρη ποῦ πηγαίνει, ἂν περπατήση ἐκεῖ, συγκλονίζεται. Ἔχει καὶ μιὰ πινακίδα ποὺ γράφει στὰ Λατινικά «via Dolorosa» (ὁδὸς Ὀδύνης). Καὶ στὸν Πανάγιο Τάφο βλέπεις διάφορους ἀνθρώπους· μιὰ ποικιλία. Ἄλλοι εἶναι κληρικοί, ἄλλοι κοσμικοί, ἄλλοι ντυμένοι σεμνά, ἄλλοι ἄσεμνα, ἄλλοι μὲ μακριά ρούχα, ἄλλοι μὲ κοντά, ἄλλοι σχεδὸν χωρὶς ροῦχα, ἄλλοι κουρεμένοι, ἄλλοι μὲ μαλλιά μακριά… Διάφορος κόσμος, διάφορες μόδες, διάφορες φυλές, ἀπὸ διάφορα δόγματα· ἄλλος Ρωμαιοκαθολικός, ἄλλος Αρμένιος, ἀλλὰ ὅλοι πηγαίνουν καὶ προσκυνοῦν ἐκεῖ! Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση! Εἶναι συγκινητικό. Αλλὰ πρέπει νὰ τὰ μελετά κανεὶς ὅλα αὐτὰ μὲ καλὸ λογισμό, γιὰ νὰ συγκινῆται καὶ νὰ τὸν ἀνεβάζουν πνευματικά.
– Γέροντα, ὅταν κανεὶς δὲν ἔχῃ ἐπιθυμία νὰ πάη, εἶναι ἔλλειψη εὐλαβείας;
– Ὄχι. Ἐγὼ δὲν ἔχω πάει οὔτε σὲ ὅλα τὰ μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους οὔτε σὲ πολλὰ προσκυνήματα. Δὲν πῆγα λ.χ. στὸν ῞Αγιο Ιωάννη τὸν Ρῶσο· αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι δὲν εὐλαβοῦμαι τὸν ῞Αγιο. Καλὰ εἶναι νὰ ἔχουμε τὴν εὐλάβεια γιὰ ἕναν ῞Αγιο σὲ ἕνα προσκύνημα, ἀλλὰ νὰ μὴν τρέχουμε, γιὰ νὰ πᾶμε. Νὰ πηγαίνουμε, ὅταν δοθῆ κάποια εὐκαιρία ἢ ὅταν ὑπάρξη κάποιος λόγος. Σημασία ἔχει αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στὴν Σαμαρείτιδα: «Οἱ ἀληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσι τῷ Πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ».
Πηγή: «Ἁγίου Παϊσίου του Ἁγιορείτου Λόγοι Β’ – Πνευματικὴ Ἀφύπνηση», Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, σελ. 103-106
ΠΗΓΗ ΦΙΛΙΠΠΙΑ ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ