Ελληνορωμαϊκά!

Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

πίσω - πίσω για να πάρουμε φόρα να ξωπετάξουμε τα εμπόδια που μας έβαλε η αντίχριστη ¨πρόοδος¨

 

ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ 
Η δασκάλα μου η μάμμη μου

Καταγότανε ἀπὸ τὶς σκλαβωμένες πατρίδες, τὴν Αἶνο καὶ τ᾽ Ἀϊβαλί. Ὅταν ἐγκατασταθήκανε στὴν Πάρο, στὶς μεγάλες μέρες τραγουδούσανε: «Παναγιά μου ἀπὸ τὴν Αἶνο, μήνυσέ μου ἵντα θὰ γένω. Παναγιά μου ἀπὸ τὴν Πάρο, μήνυσέ μου ποιάν θὰ πάρω». Αὐτὴ ἡ γιαγιὰ μὲ ἐδίδαξε μὲ τὴν ζωή της καὶ τὸν λόγο της τὸ πατρῶον σέβας. «Ἡ νηστεία εἶναι, παιδί μου, ἡ βάσις κάθε σωματικῆς ἀσκήσεως.» Ὅλες τὶς Σαρακοστὲς ἄλαδο ἡ γιαγιὰ καὶ ὁλόκληρο τὸ σπίτι. Μ᾽ ἔμαθε ν᾽ ἀνάβω τὸ καντήλι, νὰ θυμιάζω, νὰ ἀνάπτω κερὶ μπροστὰ στὰ εἰκονίσματα καὶ νὰ προσεύχωμαι στὸν ὄρθρο καὶ στὸ δείλι. Μοῦ ὑπέδειξε τὶς μετάνοιες σὰν προσευχὴ ποὺ τὴν δέχεται ὁ Θεός. Μὲ δίδαξε ὅτι ἂν τρεῖς Κυριακὲς δὲν ἀκούσουμε τὸν ἑξάψαλμο,
σταματᾶμε νὰ εἴμαστε χριστιανοί.
«Σήκω, παιδί μου, ὁ παπᾶς πέρασε, ἀνέβηκε στὴν Παναγία· μὴ ξεχνᾶς ὅτι καὶ τὴν προηγούμενη Κυριακὴ τὸν χάσαμε τὸν ἑξάψαλμο.» Μ᾽ ἔμαθε νὰ τὸν ἀκούω ὄρθιος καὶ σεβίζων, ὑποκλινόμενος. Τὴν ὥρα ποὺ διαβαζότανε τὸ Εὐαγγέλιο ἔβαζε κερὶ στὸ μανάλι, γιατὶ πίστευε ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι ἡ διαθήκη ποὺ ἄφησε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, καὶ στὴν σύνταξη καὶ ἀνάγνωση τῶν διαθηκῶν, ποὺ γινότανε πάντοτε τὸ ἑσπέρας, ὅλοι βαστοῦσαν κερί, γιὰ νὰ βλέπη ὁ συντάκτης. Μ᾽ ἔμαθε πὼς τὸ «Δόξα Πατρὶ» εἶναι ἡ μεγαλύτερη δοξολογία καὶ ἱστάμενος ὄρθιος νὰ σταυροσημειοῦμαι. Μ᾽ ἔμαθε τὴν Μεγάλη Σαρακοστή, εἰσερχόμενος στὸν ναό, νὰ κάνω τρεῖς μετάνοιες, γιὰ τὸν….προηγιασμένο Ἄρτο ποὺ βρίσκεται στὴν ἁγία Τράπεζα. Μοῦ ὑπέδειξε, περνώντας μπροστὰ ἀπὸ κάθε ἐκκλησία, νὰ σταυροσημειοῦμαι καὶ νὰ ἐπικαλοῦμαι τὸν Ἅγιο τῆς ἐκκλησιᾶς. Ὅπου καὶ νὰ βρίσκωμαι, τὴν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων νὰ τὴν τιμῶ ὅπως τὴν Κυριακὴ τοῦ Πάσχα. Μοῦ διηγήθηκε ὅτι πολλοὶ εὐλαβεῖς ἄνθρωποι εἶδαν τὰ ξημερώματα τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως τὸ ἄκτιστον φῶς. Μοῦ ὑπέδειξε τὴν Κυριακὴ νὰ μὴ γονατίζω, γιατὶ οἱ ἅγιοι Κολλυβάδες τοὺς δίδαξαν ὅτι ἡ Κυριακὴ εἶναι Πάσχα. Μ᾽ ἔμαθε τὸ πρόσφορο τὸ καλοζυμωμένο νὰ τὸ προσφέρω στὴν ἐκκλησία ὄχι μὲ γυμνὰ τὰ χέρια, ἀλλὰ σὲ ἄσπρη καθαρὴ πετσέτα. Μ᾽ ἔμαθε ὅταν φτιάχνω τὰ κόλλυβα, νά ᾽χω κερὶ καὶ λιβάνι. Μοῦ ὑπέδειξε στὸ Ἱερὸ ποὺ διακονῶ, ποτὲ τὰ ἐνδύματά μου νὰ μὴν ἀγγίξουνε τὴν ἁγία Τράπεζα, γιατὶ -ὅπως ἔλεγε- εἶναι ὁ θρόνος τοῦ Θεοῦ.
Μὲ κράτησε νὰ μὴν ἀφήσω τὴν ἐκκλησιαστικὴ σχολή, ἀλλὰ νὰ συνεχίσω, γιατὶ τοὺς λογισμούς μου νὰ σπουδάσω γιατρός, τοὺς ἔκρινε σὰν ἀφορμὴ νὰ ἀπομακρυνθῶ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Μ᾽ ἔμαθε νὰ μὴν εἶμαι φιλόδικος. Ἂν καὶ χήρα πενήντα πέντε χρόνια, δέχθηκε κάθε ἀδικία, χωρὶς νὰ καταφεύγη στὸ δικαστήριο τῶν ἀνθρώπων· ὅλα τὰ ἄφηνε στὸ δικαστήριο τοῦ Θεοῦ. Μοῦ πιπίλισε κυριολεκτικὰ τὸ μυαλό μου νὰ προσέχω τὸ σκάνδαλο, γιατὶ ἔχει δύο ὄψεις: σκανδαλίζεσαι καὶ σκανδαλίζεις.

Ἡ πτωχὴ αὐτὴ γιαγιά, μὲ τὶς τρύπιες συρτὲς παντόφλες καὶ τὴν κάλτσα τὴν ξώφτερνη, εἶχε πάντοτε τὴν ποδιά της ἀνασηκωμένη, γεμάτη δοσίματα. Στὴν μεγάλη πείνα βοήθησε πολλοὺς ἀνθρώπους καὶ πολλὰ παιδιὰ μεγάλωσαν ἀπὸ τὰ χέρια της. Ἡ ἁγνή της ζωή, παρὰ τὰ πολλὰ χρόνια τῆς χηρείας, ἦταν στὴν κοινωνία τοῦ χωριοῦ παροιμιώδης. Φίλεργη, λέγοντας πάντοτε τὸν στίχο: «Ἡ νύχτα κι ἡ αὐγὴ μ᾽ ἔβγαλε καματερή». Αὐτάρκης, οἰκονόμα καὶ ταπεινή. Μ᾽ ἔμαθε νὰ ζῶ ἀπὸ τὸν κόπο τῶν χεριῶν μου καὶ ὄχι νὰ ἁπλώνω χέρι. Τό ᾽ξερε κι αὐτό: «Καλύτερα, παιδί μου, νὰ δίνης παρὰ νὰ παίρνης».
Μέσα σ᾽ αὐτὸ τὸ κλίμα τράνεψα. Ἔπειτα ὅμως, σὰν ἀφελὴς νησιώτης πίστεψα ὅτι στὶς θεολογικὲς σχολὲς διδάσκεται ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ. Καὶ τότε ἄρχισε ἡ παραζάλη...
Γέροντας Γρηγόριος Δοχειαρίτης