7 Ἰουλίου
Εἰς τήν εὕρεσιν τῶν Ἁγίων Λειψάνων καί τῶν σύν αὐτῷ μαρτυρησάντων μετά τοῦ Ἁγίου Βλασίου τοῦ ἐν Σκλαβαίνοις, τιμωμένην κατά τήν 7ην Ἰουλίου.
Ὑπενθυμίζεται ὅτι ὁ Ἅγιος Βλάσιος ὁ ἱερομάρτυρας ὁ Ἀκαρνὰν καὶ οἱ 5 συνασκητὲς καὶ συμμάρτυρές του ἀσκήθηκαν καὶ μαρτύρησαν στὸ χωριὸ Σκλάβαινα τῆς ἐπαρχίας Βονίτσης Αἰτωλοακαρνανίας
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
«Ἐν Σκλαβαίνοις ποιοῦντες, ἑορτήν μεγαλύνωμεν, ὕμνους Ἀκαρνᾶνος Βλασίου, τῶν Λειψάνων τήν εὕρεσιν∙ Ὁσίων τε τῶν Πέντε σύν αὐτῷ, τῶν Παίδων καί τοῦ πλήθους Λαϊκῶν, οὕς τό ξίφος ὠμοτάτων Ἀγαρηνῶν, ὡς στάχυας ἀπέτεμεν. Χαίρετε στρατιῶται τοῦ Χριστοῦ, χαίρετε στῦλοι πίστεως∙ χαίρετε οἱ προέχοντες πιστοῖς, τήν χάριν τῶν ἰάσεων.»
Ὁ Ἅγιος Βλάσιος ἦταν ἡγούμενος ἢ ἐφυσυχάζων ἐπίσκοπος στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου ποὺ βρίσκονταν στὴν περιοχή των Σκλαβαίνων – Ζαβέρδας νῦν Παλαίρου Αἰτωλοακαρνανίας. Ἐτελειώθει μὲ μαρτυρικὸ θάνατο ἀπὸ Ἀγαρηνοὺς πειρατὲς μαζὶ μὲ πέντε συμμοναστές του καὶ πλῆθος χριστιανῶν λαϊκῶν ἀντρῶν γυναικῶν καὶ παιδιῶν ποὺ ἀποτελοῦσαν ποίμνιο του, γιὰ τὴν πίστη τους στὸ Χριστό. Τὸν ἀποκεφάλισαν ἀφοῦ προηγουμένως κάρφωσαν ἀργὰ στὸ σῶμα του πέντε καρφιά. Στὴν συνέχεια οἱ δήμιοι τοῦ προσπάθησαν νὰ κάψουν τὸ σῶμα του ἀλλὰ αὐτὸ δὲν κάηκε. Οἱ διασωθέντες χριστιανοὶ ποὺ ἔφτασαν στὸ σημεῖο ἔθαψαν τὸν Ἅγιο Βλάσιο χωριστὰ ἀπὸ τοὺς πέντε συμμαρτυρίσαντες συνασκητές του, τοὺς ὁποίους ἐνταφίασαν μαζὶ σὲ κοινὸ τάφο. Τοὺς ὑπόλοιπους χριστιανούς τους ἔθαψαν φύρδην μύγδην σὲ μεγαλύτερο ὁμαδικό. Τὸ μαρτύριο τοὺς ἔλαβε χώρα τὴν 19η Δεκεμβρίου ἡμέρα Κυριακή. Σὲ πέτρινη ἐπιγραφὴ ποὺ βρέθηκε στὸ σημεῖο τοῦ τάφου του ἀναφέρονταν τὸ ἔτος 1006 μ.Χ. ἡ ὁποία πιθανῶς νὰ προσδιορίζει καὶ τὸν χρόνο τοῦ μαρτυρίου του.
Σιγά-σιγά χάνεται καὶ σκεπάζεται ἀπὸ τὴν λήθη τοῦ χρόνου τὸ μαρτύριο καὶ ἡ ἱστορικότητα τοῦ Ἁγίου Βλασίου καὶ τῶν σὺν αὐτῷ ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν γεγονότων τὰ ὁποῖα ἔλαβαν χώρα. Ἀγνοεῖται παντελῶς ἡ ὀντότητα τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἁγίου. Μόνο στὶς διηγήσεις τῆς προφορικῆς παραδόσεως ἀναφέρεται ἡ σφαγὴ ποὺ ἔλαβε χώρα, σὲ ἀπροσδιόριστο παρελθοντικὸ χρόνο. Ἐκεῖθε καὶ ἡ ὀνομασία τῆς περιοχῆς ἀπὸ Κιάφα σὲ «Σκλάβαινα» (περιοχὴ ποὺ ὑπέστη σκλαβια- αἰχμαλωσία). Χάνεται κάθε ἱστορικὴ ἢ καὶ μορφολογικὴ ἔνδειξη τῆς ὕπαρξης τοῦ Ἁγίου γιὰ 900 καὶ πλέον χρόνια. Ὅλα τὰ σκέπασε τὸ σκότος τῆς λησμονιᾶς. Ἂν καὶ τὸ ὅλο ἱστορικὸ χάθηκε στὰ βάθη τῶν αἰώνων ἂν καὶ τίποτα δὲν καταμαρτυροῦσε γιὰ τὰ γεγονότα των Σκλαβαίνων, ἂν καὶ ὁ τόπος εἶχε ἀλλάξει ριζικὰ ἀπὸ μορφολογικῆς ἀλλὰ καὶ πληθυσμιακῆς πλευρᾶς, τὸ θεῖο δῶρο τῆς Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ σύγχρονο ἄνθρωπο ἀναδύεται ὡς θεῖο φῶς ἀπὸ τὸ φάσμα τῶν σκοτεινῶν 900 καὶ πλέον χρόνων. Εὐδοκεῖτε ἔτσι ἀπὸ τὸ ἔτος 1915 μ.Χ. καὶ ἑξῆς ἀρχίζουν νὰ συμβαίνουν ἀνεξήγητα ἀλλὰ καὶ θαυμαστὰ γεγονότα στὴν περιοχή των Σκλαβαίνων. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς ἀρχίζουν νὰ βλέπουν σὲ ὄνειρα κάποιον ἐπιβλητικὸ καὶ ἱεροπρεπῆ ρασοφόρο, ὁ ὁποῖος νὰ τοὺς ἔλεγε «Εἶμαι ὁ Ἅγιος Βλάσιος. Νὰ σκάψετε στὸ σημεῖο αὐτὸ καὶ νὰ βγάλετε τὰ λείψανα μοῦ» καὶ τοὺς ἔδειχνε τὸ συγκεκριμένο τόπο. Σημειωτέων ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου τοῦ τάφου τίποτα δὲν δήλωνε τὴν ὕπαρξη του. Πάνω ἀπὸ αὐτὸ καὶ ἐν ἀγνοίᾳ, εἶχαν κατασκευαστεῖ ποιμνιοστάσια καὶ στάβλιζαν στὸ σημεῖο πρόβατα. Οἱ κάτοικοι μὴ μπορῶντας νὰ ἐξηγήσουν τὸ γεγονὸς τῶν ἐμφανίσεων αὐτῶν τοῦ ἱερέα, κατασκεύασαν ἕνα πέτρινο εἰκονοστάσι ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Βλάσιο ἐπίσκοπο Σεβαστείας (βλέπε ἴδια ἡμέρα), στὸ σημεῖο ποὺ τοὺς ἔδειχνε ὁ ἅγιος. Δὲν ἐπιχείρησαν ὅμως ποτὲ νὰ σκάψουν εἴτε ἀπὸ δυσπιστία εἴτε ἀπὸ τὸν φόβο τῆς ἀπογοήτευσης. Οἱ ἐμφανίσεις ὅμως τοῦ Ἁγίου ἄρχισαν νὰ γίνονται πιὸ ἐπίμονες καὶ ἐπιτακτικὲς μὲ ἀποδέκτες πολλοὺς περισσότερους κατοίκους τῆς περιοχῆς. Ἀλλὰ καὶ πάλι δὲν προχωροῦσαν στὸ ἔργο τῆς ἐκταφῇς τοῦ ἀγνώστου τάφου.
Κατὰ τὸ ἔτος 1923 μ.Χ. ὁ Πανάγαθος Θεὸς εὐδόκησε ὥστε νὰ δοξαστεῖ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς ὁ ἔνδοξος ἱερομάρτυρας Τοῦ Βλάσιος. Καὶ αὐτὸ μὲ τὴν θαυμαστὴ διὰ ζώσης φανέρωση του, στὴν μακαριστὴ πλέον γερόντισσα Εὐφροσύνη Κατσαρά. Μιὰ ἁπλὴ γνήσια καὶ εὐσεβῆ πολύτεκνη γυναῖκα χήρα ἡ ὁποία λάτρευε τὸν Θεὸ μὲ τὴν ἴδια τήν ζωή της. Ἦταν ἡ νύκτα της 23η Αὐγούστου του ἔτος 1923 μ.Χ. κατὰ τὴν ὁποία ἡ Εὐφροσύνη φρόντιζε τὴν ἑτοιμοθάνατη κόρη της ἡ ὁποία ἔπασχε ἀπὸ τυφοειδῆ πυρετό. Ξαφνικὰ ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτὸς ἀφοῦ ἀκούστηκε δυνατὸς κρότος ἄνοιξαν τὰ πορτοπαράθυρα τῆς οἰκίας καὶ ἐκτυφλωτικὸ φῶς εἰσῆλθε ἐντὸς αὐτῆς. Ἀπὸ ὑπερκόσμια αὐτὴ λάμψη περιβάλλονταν κάποιος ἐπιβλητικὸς ἱερέας, ἐνδεδυμένος ἅπασα τὴν ἱερατικὴ στολὴ ὁ ὁποῖος κρατοῦσε στὸ χέρι ποιμαντικὴ ράβδο. Τὰ χαρακτηριστικά του τὰ διέκρινε μὲ κάθε λεπτομέρεια ἡ γερόντισσα Εὐφροσύνη ἐνῷ ἡ κόρης της ἀντιλαμβάνονταν μόνο τὴν ἐκτυφλωτικὴ λάμψη. Ὁ ἅγιος ἱερέας ἀπευθυνόμενος στὴν Εὐφροσύνη τῆς εἶπε ὅτι εἶναι ὁ Ἅγιος Βλάσιος καὶ τῆς ζήτησε νὰ τὸν ἀκολούθησε γιὰ νὰ τῆς ὑποδείξει τὸ ἀκριβὲς σημεῖο τοῦ τάφου του προκειμένου νὰ ἐνεργήσει γιὰ τὴν ἐκταφῇ του. Σαστισμένη ἡ γερόντισσα ἀπὸ τὸ γεγονὸς ποὺ ζοῦσε προέβαλε στὸν Ἅγιο τὸν δισταγμό της λόγῳ τῆς ἀσθένειας τῆς κόρης της. Ὁ Ἅγιος τότε ἀφοῦ ἔβγαλε κάποιον ἐγκόλπιο σταυρὸ σταύρωσε τὴν ἑτοιμοθάνατη κόρη της καὶ τῆς ζήτησε ξανὰ νὰ τὸν ἀκολουθήσει. Ὅπως κι ἔγινε. Μέσα στὸ ἀποπνικτικὸ σκοτάδι ἡ Εὐφροσύνη ἀκολούθησε τὸ φωτοβόλο Ἅγιο Βλάσιο, ὁ ὁποῖος τὴν ὁδήγησε στὸ σημεῖο ποὺ εἶχαν χτίσει τὸ προσκυνητάρι. Ἐκεῖ μὲ τὴν ράβδο ποὺ κρατοῦσε χάραξε ἕνα κύκλο στὸ χῶμα, ὑποδυκνείοντας τὸ σημεῖο ποὺ θά ‘πρεπε νὰ σκάψουν γιὰ νὰ βγάλουν τὰ ἅγια καὶ χαριτόβρυτα λείψανα του. Στὴν συνέχεια ὁ Ἅγιος ἀφοῦ ἐπέστρεψε τὴν Εὐφροσύνη στὸ σπίτι της ἐξαφανίστηκε. Ἐκεῖ ἡ γερόντισσα βρῆκε τὴν κόρη της πολὺ καλύτερα καὶ θεραπευμένη.
Ἀπὸ τὴν ἑπομένη ἡμέρα κιόλας ἄρχισε τὶς ἐνέργειες γιὰ νὰ γίνει ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων. Ὅλοι ὅμως τὴν ἀντιμετώπιζαν μὲ κάποια δυσπιστία καὶ ἐπιφύλαξη. Ἀρωγὸς ὅμως τῶν προσπαθειῶν της αὐτῶν ἦταν ὁ Ἅγιος Βλάσιος ποὺ τὴν καθοδηγοῦσε , ἀλλὰ καὶ ποὺ ἐμφανίζονταν καὶ σὲ ἄλλα ἄτομα προκειμένου νὰ γίνει αὐτὴ πιστευτή. Πράγματι οἱ προσπάθειες τῆς ἀπέδωσαν καὶ ἄρχισαν οἱ ἐργασίες τῆς ἀνακομιδῆς μὲ πολλὲς ἐπιφυλάξεις καὶ μεγάλη ἔνταση.
Τὴν τρίτη ἡμέρα τῶν ἐργασιῶν κι ἐνῷ γιὰ πολλοστὴ φορὰ ἦταν ἕτοιμοι νὰ τὰ παρατήσουν ἡ σκαπάνη χτύπησε σὲ μιὰ πέτρινη πλάκα. Ρίγη συγκίνησης καὶ δέος κατέλαβαν τοὺς παρευρισκομένους. ὅταν ἔβγαλαν τὴν ἐπιτάφια πλάκα μιὰ οὐράνια εὐωδία ξεχύθηκε καὶ ἁπλώθηκε στὴν ἀτμόσφαιρα. Ὅλοι βρίσκονταν ἐπὶ τοῦ τάφου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου βρίσκονταν τὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Βλασίου καὶ τὰ ὁποῖα τόσα χρόνια πρὶν σὲ ἐνύπνια τοὺς ζητοῦσε νὰ βγάλουν ἀπὸ τὴν γῆ. Ἐντὸς τοῦ τάφου καὶ ἐπὶ τῶν ἱερῶν λειψάνων εὑρέθηκαν ἕνας ἐγκόλπιος βαρύτατος σιδερένιος σταυρὸς καὶ τὰ πέντε καρφιὰ τοῦ μαρτυρίου του.
Ἀφοῦ περισυνέλλεξε ἡ Εὐφροσύνη τὰ ἱερὰ λείψανα σύμφωνα μὲ τὶς ὁδηγίες τοῦ Ἁγίου ἄρχισε νὰ ἐνεργεῖ τα δέοντα γιὰ τὴν ἀνέγερση τοῦ ἱεροῦ τοῦ Ναοῦ καὶ τὴν ἁγιογράφηση τῆς ἱερᾶς του Εἰκόνας.
Ἐπίσης, ὁ Ἅγιος Βλάσιος ἔκανε δύο ἐμφανίσεις, μία σὲ ὅραμα στὸν εὐσεβέστατο ἀείμνηστο Ἀρχιμ. Ἀρσένιο Τσαταλιὸ τὴν 6-12-1978 μ.Χ. καὶ μία ἄλλη στὸν εὐλαβέστατο μοναχὸ Παΐσιο τὸν Ἁγιορείτη στὸ Ἅγιο Ὅρος τὸ 1980 μ.Χ.
Ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Ἁγίου μέχρι σήμερα ἄπειρες εἶναι οἱ θαυμαστὲς ἐπεμβάσεις καὶ οἱ ἐμφανίσεις του καὶ τὰ πολλὰ θαύματα τοῦ στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης. Ὁ Θεὸς χαρίτωσε τὸν μεγαλομάρτυρα καὶ ἱερομάρτυρα Βλάσιο καὶ τοὺς συναθλητές του κι ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπως καὶ αὐτοὶ πρὶν ἀπὸ 900 περίπου χρόνια ἔδωσαν τὸ πολυτιμότερο ὡς χοϊκοὶ τὴν ἴδια τοὺς τὴν ζωή. Κέρδισαν ὅμως μέρος τῆς Ἐνδόξου Οὐράνιας Βασιλείας. Οὐράνια Βασιλεία εἴθε τῆς ὁποίας διὰ Πρεσβειῶν τοῦ Ἁγίου ἱερομάρτυρος Βλασίου τοῦ Ἀκαρνᾶνος καὶ τῶν σὺν Αὐτῷ νὰ γίνουμε ἅπαντες μέτοχοι.
ΠΗΓΗ ΦΩΤΕΙΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ