Γεώργιος Αποστολάκης
Το πρωτοσέλιδο της ΕΣΤΙΑΣ δεν είναι μια ακόμη ειδησεογραφική υπερβολή. Είναι η δημόσια αποκάλυψη ενός σχεδίου της κυβέρνησης Μητσοτάκη που, αν εφαρμοστεί, θα εισάγει για πρώτη φορά στην Ελλάδα τη συστηματική χρήση βιομετρικών δεδομένων για την παρακολούθηση της παρουσίας των δημοσίων υπαλλήλων.
Το Υπουργείο Εσωτερικών επιχείρησε να θεσπίσει την καταγραφή προσέλευσης και αποχώρησης των εργαζομένων του Δημοσίου μέσω δακτυλικών αποτυπωμάτων και άλλων βιομετρικών στοιχείων. Όμως η ίδια η Ολομέλεια της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, με την Γνωμοδότηση 4/2026, έκρινε ότι η προτεινόμενη ρύθμιση προσκρούει στις θεμελιώδεις αρχές του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (GDPR).
Και δεν το έκρινε για κάποιον τυπικό λόγο.
Η Αρχή χρησιμοποίησε εξαιρετικά βαριά νομική γλώσσα.
Διαπίστωσε ότι δεν αποδεικνύεται ούτε η ύπαρξη «ουσιαστικού δημοσίου συμφέροντος» ούτε η «απόλυτη αναγκαιότητα» χρήσης βιομετρικών δεδομένων. Τόνισε ότι δεν εξετάστηκαν επαρκώς ηπιότερα μέσα ελέγχου, όπως ηλεκτρονικά παρουσιολόγια ή προσωποποιημένες κάρτες.
Ακόμη σοβαρότερα, η Αρχή επισήμανε ότι η καθολική και υποχρεωτική χρήση βιομετρικών μετατρέπει τη σωματική ταυτότητα του εργαζομένου σε «διαρκές μέσο ελέγχου και επιτήρησης», εγκαθιδρύοντας «καθεστώς συνεχούς παρακολούθησης».
Σε άλλο σημείο μιλά για «καθεστώς καθολικής επιτήρησης» και για γενικευμένη και αδιάκριτη επεξεργασία βιομετρικών δεδομένων, η οποία υπερβαίνει τα όρια του απολύτως αναγκαίου.
Οι λέξεις αυτές δεν προέρχονται από κάποιον «συνωμοσιολόγο», ούτε από πολιτική αντιπολίτευση. Προέρχονται από την ίδια τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξάρτητη αρχή που είναι επιφορτισμένη με την προστασία των προσωπικών δεδομένων.
Το πραγματικό διακύβευμα
Το θέμα δεν αφορά μόνο τους δημοσίους υπαλλήλους.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει το μέτρο ως τεχνικό εργαλείο καταγραφής ωραρίου. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για κάτι πολύ βαθύτερο.
Πρόκειται για τη σταδιακή οικοδόμηση μιας νέας αρχιτεκτονικής διακυβέρνησης, όπου η φυσική παρουσία, η ταυτότητα, η εργασία, οι συναλλαγές και τελικά η κοινωνική συμμετοχή του ανθρώπου πιστοποιούνται και ελέγχονται μέσω ψηφιακών υποδομών.
Το βιομετρικό παρουσιολόγιο δεν είναι ένα μεμονωμένο μέτρο.
Είναι ένα ακόμη κομμάτι ενός ευρύτερου παζλ.
Το ίδιο διάστημα προωθείται από την κυβέρνηση Μητσοτάκη η νέα ψηφιακή ταυτότητα, η αποθήκευση βιομετρικών δεδομένων στο ενσωματωμένο τσιπ, ο Προσωπικός Αριθμός ως μοναδικό αναγνωριστικό, η διαλειτουργικότητα των μητρώων του κράτους, η ενοποίηση των πληροφοριακών συστημάτων, η συγκέντρωση ολοένα και περισσότερων δεδομένων σε ενιαίες ψηφιακές υποδομές.
Όλα αυτά παρουσιάζονται αποσπασματικά. Όμως στην πραγματικότητα αποτελούν τμήματα ενός ενιαίου σχεδιασμού. Ο πολίτης παύει σταδιακά να είναι πρόσωπο που δρα ελεύθερα μέσα στην κοινωνία και μετατρέπεται σε ψηφιακό υποκείμενο, του οποίου οι δραστηριότητες πιστοποιούνται, καταγράφονται και διασταυρώνονται μέσω ενιαίων συστημάτων.
Το παράδοξο που απαιτεί απάντηση
Και εδώ γεννάται ένα κρίσιμο ερώτημα.
Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων έκρινε ότι η υποχρεωτική χρήση βιομετρικών για την κάρτα εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων παραβιάζει τον GDPR, επειδή δημιουργεί συνθήκες καθολικής επιτήρησης και επειδή δεν αποδεικνύεται η απόλυτη αναγκαιότητά της.
Πώς τότε η ίδια Αρχή θεώρησε συμβατή τη νέα ψηφιακή ταυτότητα, η οποία επίσης περιλαμβάνει βιομετρικά δεδομένα; Πώς είναι συμβατή η συγκέντρωση δακτυλικών αποτυπωμάτων και ψηφιακής φωτογραφίας σε κρατικό έγγραφο ταυτοποίησης; Πώς είναι συμβατή η αποθήκευση του Προσωπικού Αριθμού στο ίδιο ψηφιακό περιβάλλον;
Και κυρίως: Πώς αξιολογείται η συνολική επίδραση της διασύνδεσης όλων αυτών των συστημάτων; Διότι το πραγματικό ζήτημα δεν είναι το κάθε μέτρο απομονωμένο. Το ζήτημα είναι το άθροισμα.
Ένα βιομετρικό παρουσιολόγιο από μόνο του είναι ένα μέτρο. Μια ψηφιακή ταυτότητα από μόνη της είναι ένα μέτρο. Ο Προσωπικός Αριθμός από μόνος του είναι ένα μέτρο. Η διαλειτουργικότητα των μητρώων είναι ένα μέτρο. Όταν όμως όλα συνδυαστούν σε μια ενιαία ψηφιακή αρχιτεκτονική, τότε δεν έχουμε πλέον επιμέρους εργαλεία διοίκησης. Έχουμε τις προϋποθέσεις μιας πρωτοφανούς δυνατότητας παρακολούθησης, χαρτογράφησης και ελέγχου της κοινωνικής ζωής.
Η θέση της «ΕΞΟΔΟΥ»
Η Πανελλήνια Κίνηση κατά του Ψηφιακού Ολοκληρωτισμού «ΕΞΟΔΟΣ» έχει επανειλημμένα τονίσει ότι το ζήτημα δεν είναι η τεχνολογία καθαυτή.
Το ζήτημα είναι η υποχρεωτικότητα. Το ζήτημα είναι η συγκέντρωση εξουσίας. Το ζήτημα είναι η δημιουργία μηχανισμών που επιτρέπουν την καθολική επιτήρηση και τη δυνατότητα κοινωνικού ελέγχου.
Η τεχνολογία μπορεί να υπηρετεί τον άνθρωπο. Δεν μπορεί όμως ο άνθρωπος να μετατρέπεται σε αντικείμενο διαρκούς ψηφιακής επιτήρησης.
Γι’ αυτό και η γνωμοδότηση της ΑΠΔΠΧ έχει ιδιαίτερη σημασία. Αποτελεί μια θεσμική προειδοποίηση ότι υπάρχουν όρια τα οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει η κρατική εξουσία, ακόμη και όταν επικαλείται την αποτελεσματικότητα ή τον εκσυγχρονισμό.
Απαίτηση ανάκλησης
Η κυβέρνηση οφείλει να αποσύρει οριστικά το συγκεκριμένο νομοσχέδιο. Όχι να το επαναφέρει με μικρές τροποποιήσεις. Όχι να το μεταθέσει χρονικά. Να το εγκαταλείψει.
Τα βιομετρικά δεδομένα δεν μπορούν να μετατραπούν σε εργαλείο καθημερινού διοικητικού ελέγχου. Και ταυτόχρονα οφείλει να ανοίξει μια πραγματική δημόσια συζήτηση για τη συνολική κατεύθυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού της χώρας.
Διότι το ερώτημα που τίθεται σήμερα δεν αφορά μόνο τους δημοσίους υπαλλήλους. Αφορά όλους μας. Θέλουμε μια κοινωνία όπου η τεχνολογία υπηρετεί την ελευθερία του προσώπου ή μια κοινωνία όπου η τεχνολογία μετατρέπεται σε μηχανισμό καθολικής επιτήρησης;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει το μέλλον της δημοκρατίας, της ιδιωτικότητας και τελικά της ίδιας της ανθρώπινης ελευθερίας.