Αλλά τι μπορεί να σημαίνει πραγματικά αυτό το «αδιανόητο»;
Στην πράξη, για τους λαούς μπορεί να σημαίνει μια νέα παγκόσμια οικονομική καταιγίδα. Πετρέλαιο στα 150 ή και 200 δολάρια το βαρέλι. Εκτίναξη των τιμών στα τρόφιμα. Μεταφορές που θα γίνουν δυσβάστακτες. Θέρμανση που θα μετατραπεί σε πολυτέλεια για εκατομμύρια νοικοκυριά. Μικρομεσαίες επιχειρήσεις που θα κλείνουν επειδή το ενεργειακό κόστος θα καταπίνει τα πάντα. Αγρότες που θα βλέπουν το κόστος παραγωγής να εκτοξεύεται και τα χωράφια να εγκαταλείπονται.
Για τις φτωχότερες χώρες του πλανήτη το «αδιανόητο» μπορεί να σημαίνει κάτι ακόμη χειρότερο: επισιτιστικές κρίσεις, κοινωνικές εκρήξεις, νέα μεταναστευτικά κύματα. Η ιστορία έχει δείξει ότι κάθε μεγάλος πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν μένει ποτέ μόνο εκεί. Οι οικονομικοί κραδασμοί εξαπλώνονται σε όλο τον πλανήτη.
Όμως υπάρχει ένα ερώτημα που σπάνια τίθεται: για ποιους ακριβώς θα είναι «αδιανόητες» αυτές οι συνέπειες;
Διότι η εμπειρία δείχνει οι πόλεμοι δεν είναι το ίδιο καταστροφικοί για όλους. Για τους εργαζόμενους, τους μικρομεσαίους και τα λαϊκά στρώματα σημαίνουν ακρίβεια, ανεργία και ανασφάλεια. Για ορισμένους όμως αποτελούν χρυσοφόρα ευκαιρία.
Οι πολεμικές βιομηχανίες βλέπουν τις παραγγελίες να εκτοξεύονται. Οι ενεργειακοί κολοσσοί πολλαπλασιάζουν τα κέρδη τους όταν οι τιμές του πετρελαίου ανεβαίνουν. Τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά κεφάλαια κερδοσκοπούν πάνω στις αγορές πρώτων υλών και ενέργειας.
Με απλά λόγια: ο πόλεμος κοινωνικοποιεί το κόστος και ιδιωτικοποιεί το κέρδος.
Γι’ αυτό η προειδοποίηση για το «αδιανόητο» δεν πρέπει να διαβαστεί μόνο ως οικονομική πρόβλεψη. Είναι και μια πολιτική υπενθύμιση για το πώς λειτουργεί το παγκόσμιο σύστημα ισχύος.
Το πραγματικά αδιανόητο δεν είναι μόνο η οικονομική καταστροφή που μπορεί να φέρει ένας πόλεμος. Το πραγματικά αδιανόητο είναι ότι οι αποφάσεις για αυτούς τους πολέμους λαμβάνονται από λίγους, ενώ το τίμημα το πληρώνουν πάντοτε οι πολλοί. Και κυρίως οι λαοί που δεν έχουν καμία συμμετοχή στις αποφάσεις που καθορίζουν τη μοίρα τους.