Ελληνορωμαϊκά!

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

"ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δεν είναι άγαλμα. Είναι μέτρο. Είναι έλεγχος. Είναι κατηγορία" Γεώργιος Αποστολάκης

Θα γράψω ως ιστορικός, αν και δεν είμαι, που δεν βολεύτηκε ποτέ με τα μνημόσυνα χωρίς μνήμη. Ως άνθρωπος που κοιτά τα αρχεία και ακούει τα κόκκαλα. Γιατί ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δεν είναι άγαλμα. Είναι μέτρο. Είναι έλεγχος. Είναι κατηγορία.

Ο Κολοκοτρώνης δεν είχε το προνόμιο της επιλογής. Γεννήθηκε σκλάβος και έζησε ως καταδικασμένος — όχι από νόμο, αλλά από αυτοκρατορία. Δεν του προσφέρθηκε «ευημερία» για να την απορρίψει· του επιβλήθηκε η οθωμανική σκλαβιά και απάντησε με εξέγερση. Δεν μίλησε για καριέρες, γιατί οι σκλάβοι δεν έχουν μέλλον, μόνο αλυσίδες. Δεν ζήτησε χειροκρότημα, γιατί ο αγώνας για ελευθερία δεν είναι παράσταση — είναι αίμα, πείνα και απόφαση θανάτου.

Κι εμείς σήμερα; Ελεύθεροι εκ γενετής, αλλά φοβισμένοι κατ’ επιλογή. Με κράτος, σύνορα και γλώσσα, αλλά χωρίς φρόνημα. Με ιστορία βαριά, αλλά συνείδηση ελαφριά. Αντί για ξεσηκωμό, διαχείριση. Αντί για ευθύνη, άνεση.Αντί για Πατρίδα, ουδετερότητα.

Εκείνος σήκωσε όπλα απέναντι σε αυτοκρατορία. Εμείς δεν σηκώνουμε ούτε φωνή απέναντι στην προσβολή. Εκείνος ήξερε ότι χωρίς θυσία δεν υπάρχει ελευθερία. Εμείς θέλουμε ελευθερία χωρίς κόστος — και θα καταλήξουμε χωρίς ελευθερία.

Όταν ο Κολοκοτρώνης μιλούσε για Πατρίδα, εννοούσε ανθρώπους έτοιμους να σταθούν όρθιοι μέσα στη σκλαβιά. Σήμερα, η Πατρίδα ζητά ανθρώπους να σταθούν όρθιοι μέσα στην ελευθερία — και αυτό αποδεικνύεται δυσκολότερο.

Σήμερα, δύο αιώνες μετά, το ερώτημα δεν είναι τι θα έλεγε ο Κολοκοτρώνης για εμάς. Το ερώτημα είναι αν θα τολμούσαμε να τον ακούσουμε. Γιατί η εποχή μας πάσχει από αντιηρωισμό: ειρωνεύεται τη θυσία, φοβάται τη λέξη «χρέος», συγχέει την ειρήνη με την αδράνεια και βαφτίζει τη μετριότητα «ρεαλισμό». Η αδιαφορία έγινε τρόπος ζωής. Η ουδετερότητα έγινε αρετή. Και ο πατριωτισμός—όταν δεν συκοφαντείται—απονευρώνεται.

Σ’ αυτή την έρημο φωνής αντηχεί σαν καμπάνα η προειδοποίηση του Οσίου Παΐσίου του Αγιορείτη: «Αν δεν αντιδράσουμε, θα σηκωθούν οι πρόγονοί μας από τους τάφους…» Δεν είναι απειλή. Είναι διάγνωση. Όταν ένας λαός παραιτείται από τη μνήμη του, παραιτείται και από το μέλλον του.

Η Ελλάδα σήμερα δεν πολεμιέται μόνο απ’ έξω. Πολεμιέται από τη συρρίκνωση του φρονήματος. Από τη σιωπή μπροστά στην προσβολή. Από την ευκολία να ξεχνάμε ποιοι είμαστε για να μη χρειαστεί να αποφασίσουμε τι πρέπει να κάνουμε. Η Ορθοδοξία αντιμετωπίζεται ως γραφικότητα, οι Άγιοι ως παρελθόν, οι Ήρωες ως «υπερβολή». Κι όμως, αυτοί κράτησαν τον τόπο όταν δεν υπήρχε τίποτε άλλο να τον κρατήσει.

Και ενώ ο κόσμος αλλάζει με ταχύτητα—συμμαχίες μετατοπίζονται, σύνορα αμφισβητούνται, ιστορίες ξαναγράφονται—εμείς πείθουμε τον εαυτό μας ότι «δεν τρέχει τίποτα». Την ίδια στιγμή, οι τουρκικές απαιτήσεις επανέρχονται πιο ωμές, πιο συστηματικές, πιο επίμονες. Όχι επειδή ο άλλος είναι πάντα ισχυρός, αλλά επειδή μυρίζεται κενό βούλησης. Κανένα έθνος δεν χάνει πρώτα εδάφη· χάνει πρώτα ψυχή.

Ας μην κάνουμε τον Κολοκοτρώνη φωτογραφία επετείου. Ας τον κάνουμε καθρέφτη. Να μας ρωτά: Εσείς τι φυλάτε; Την άνεσή σας ή την ελευθερία σας; Τη σιωπή σας ή τη φωνή σας; Την καθημερινή μικρότητα ή το μεγάλο «ναι» στην ευθύνη;

Γιατί αν συνεχίσουμε να ζούμε χωρίς μνήμη, θα ζήσουμε και χωρίς επιλογή. Τότε, δεν θα σηκωθούν οι πρόγονοι από τους τάφους—θα γυρίσουν το βλέμμα αλλού. Και αυτό θα είναι η πιο βαριά κρίση.

Αιωνία η μνήμη, λοιπόν. Όχι ως λέξη. Ως στάση. Ως απόφαση. Ως ξύπνημα—πριν η Ιστορία μας καλέσει ξανά, αυτή τη φορά χωρίς χρόνο.