Γράφει ο Επίσκοπος Γκόμας και Μεγάλου Κίβου Τιμόθεος
Θα ήθελαν έναν Χριστό που ξέρει να κυνηγάει ζώα στο δάσος.
1. ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΠΕΡΜΑΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ
Ο Χριστός «῏Ην τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον».
Δηλαδή ο Χριστός ήταν και είναι Αυτός που φωτίζει κάθε καλοπροαίρετο άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο» (Ιωαν. 1.9).
Ο Χριστός είναι το φως του κόσμου, όπως λέει ο ίδιος στο Ευαγγέλιο (Ιωάν. 8.12). Επομένως, όποιος έρχεται στον κόσμο λαμβάνει το φως του Χριστού προοδευτικά και ανάλογα με την πνευματική του δεκτικότητα.
Ωστόσο, επειδή ο άνθρωπος είναι ελεύθερο ον, έχει τη δυνατότητα να απορρίψει ή να διατηρήσει αυτό το φως. Μπορεί να το αυξήσει όντας συνεχώς με τον Χριστό ή να το μειώσει.
Σύμφωνα με τους Απολογητικούς Πατέρες (2ο και 3ο αιώνα μ.Χ.), ιδίως τον Άγιο Ιουστίνο, ο Χριστός, ως Λόγος του Θεού, είναι Αυτός που φώτισε και τους φιλοσόφους να διατυπώσουν ορισμένες αλήθειες, εξ ου και η άδεια να γίνεται χρήση από τους «υπηρέτες του Λόγου» ορισμένων διδασκαλιών ή θεωριών τους που περιέχουν κάποιες αλήθειες που ταιριάζουν στο πνεύμα του Ευαγγελίου.
Ο ίδιος ο όρος «σπερματικός λόγος» είναι φιλοσοφικός, στωικός, δανεισμένος και αναπτυγμένος με χριστιανικό περιεχόμενο από τον Άγιο Ιουστίνο (πιθανώς από το 100 έως περίπου το 165 μ.Χ.).
Ο Άγιος Ιουστίνος, φιλόσοφος και μάρτυς, υποστηρίζει ότι και οι «προ Χριστού» φιλόσοφοι διατυπώνουν αλήθειες στις σκέψεις και τους στοχασμούς τους, οι οποίες τους αποκαλύφθηκαν «άνωθεν» ως «σπόροι αλήθειας».
«Φαίνεται ότι υπάρχουν σπόροι αλήθειας στις διδασκαλίες τους- Παρά πάσι σπέρματα αληθείας δοκεί είναι», (Ιουστίνου, Απολογία Α΄, P.G. 6, 396Β ˙ Σκουτέρη, Ιστορία Δογμάτων, σ. 222).
Ο Ιουστίνος υποστηρίζει ότι, από όλους αυτούς τους φιλοσόφους, ο Σωκράτης είναι «ο πιο ξεκάθαρος και κατηγορηματικός στο θέμα αυτό- ο πάντων ευτονώτερος πρός τούτο γενόμενος».
Ο Ιουστίνος επίσης καθώς και άλλοι Απολογητές αναγνωρίζουν «ψήγματα αλήθειας» στη φιλοσοφική σκέψη και δεν διστάζουν να δανειστούν φιλοσοφικές έννοιες και εκφράσεις στις οποίες δίνουν χριστιανικό περιεχόμενο.
Μέσα από τη σκέψη των Απολογητών, γινόμαστε μάρτυρες της πρώτης ουσιαστικής συνάντησης μεταξύ της Χριστιανικής Θεολογίας και της ελληνικής σκέψης.
Ωστόσο, ο Χριστός, ως Λόγος του Θεού, είναι το φως που φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο, ανεξάρτητα από την καταγωγή ή το υπόβαθρό του.
Η αλήθεια αυτή έχει παγκόσμια και διαχρονική ισχύ και αφορά όλους τους ειδωλολάτρες, τους Αφρικανούς, τους Ευρωπαίους, τους Ασιάτες και άλλους ακόμη, που δεν είχαν γνωρίσει τον Μωυσή και τους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Και αυτή είναι μια εύγλωττη μαρτυρία για τη δικαιοσύνη του Θεού.
Ο «σπερματικός Λόγος» των φιλοσόφων είναι λίγο φως, μια ακτίνα του Λόγου του Θεού, με την οποία ο Θεός, φωτίζει το νου των ανθρώπων και έτσι τους ανυψώνει και τους καθοδηγεί προς τη μερική ανακάλυψη της αλήθειας.
Είναι δηλ. μια πρώτη Αποκάλυψη του Θεού στον άνθρωπο. Αυτή η αρχική προσέγγιση του Θεού από τον άνθρωπο, αυτή η γνώση του Θεού, πραγματοποιείται στην ανθρώπινη συνείδηση που θεωρείται ως η έδρα του σπερματικού Λόγου.
Έτσι, η γνώση του Θεού ξεκινά στην ανθρώπινη συνείδηση, αυξάνεται μέσω της μελέτης της αρμονίας του σύμπαντος, της ορατής δημιουργίας και τελειοποιείται μέσω της γνώσης της Γραπτής και Προφορικής Παράδοσης που μεταδόθηκε από τον Χριστό και τους Αποστόλους Του και διαφυλάσσεται αυθεντικά (θησαυρίζεται) στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
2. ΠΟΡΕΥΘΕΝΤΕΣ ΜΑΘΗΤΕΥΣΑΤΕ ΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΘΝΗ
Ο Χριστός, δεν είπε απλώς: «μαθητεύσατε πάντα τα έθνη», αλλά «Πορευθέντες», «Πορευθέντες, μαθητεύσατε πάντα τα έθνη», δηλαδή, «να πάτε, και αφού πάτε, να μαθητεύσετε πάντα τα έθνη», και αυτά ήταν τα τελευταία Του λόγια, η Διαθήκη Του θα μπορούσαμε να πούμε, που ο Χριστός άφησε στους Αποστόλους Του (Ματθ. 28, 19).
Πού να πάνε; Στην Ιεραποστολή! Να κάνουν όλους τους ανθρώπους Ορθόδοξους Χριστιανούς, μαθητές του Χριστού, αγίους.
Αν δεν γίνουν Χριστιανοί, δεν θα σωθούν άραγε; Εδώ τίθεται ένα μεγάλο ερώτημα που πρέπει να μας οδηγεί στη μελέτη του λόγου του Θεού και όχι σε δικούς μας συλλογισμούς που κρύβουν, τουλάχιστον ολιγοπιστία, για την ευσπλαχνία του Κυρίου μας.
Ο Χριστός απαντά σε αυτό το ερώτημα σε διάφορα σημεία της Καινής Διαθήκης, άλλοτε τονίζοντας τις προϋποθέσεις της σωτηρίας του ανθρώπου και άλλοτε επισημαίνοντας τις αιτίες της κατάκρισης. Λέγει:
- «Ο πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται » (Μαρκ. 16.16).
- «Αμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς. ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ». (Ιωαν. 6.53-54)
Αλλά τι θα γίνει με εκείνους που πέθαναν πριν ακούσουν το κήρυγμα της εν Χριστώ σωτηρίας ώστε να πιστέψουν, να βαπτιστούν και να κοινωνήσουν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού για να σωθούν; Θα πάνε όλοι στην κόλαση;
Κάποτε έκανα στον Άγιο Παΐσιο αυτή την ερώτηση. Μου απάντησε: «Όχι. Δεν θα πάνε όλοι στην κόλαση, επειδή δεν γνώρισαν τον Χριστό και την Εκκλησία Του. Ο Θεός, ως Παντογνώστης, θα πει: Αν αυτός γνώριζε την Ορθοδοξία, θα είχε γίνει άγιος, γι' αυτό τον σώζω. Και τον σώζει!».
Πράγματι, ο Άγιος αυτός της Εκκλησίας, είχε κατά νου στο θέμα αυτό την αποκαλυμμένη αλήθεια του Θεού, η οποία μας διαφωτίζει ότι εφ΄ όσον δεν είχε κάποιος την ευκαιρία να γνωρίσει το Θεό, θα κριθεί σύμφωνα με τη συνείδηση του και όχι σύμφωνα με τον γραπτό νόμο, δεδομένου ότι ποτέ δεν άκουσε κάτι σχετικό.
Ο Απόστολος Παύλος λέει, «σύμφωνα με το Ευαγγέλιό μου», σύμφωνα δηλ. με το Ευαγγέλιο του Χριστού, το οποίο αγάπησε, κήρυξε και έκανε δικό του: «ὅσοι γὰρ ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καὶ ἀπολοῦνται· καὶ ὅσοι ἐν νόμῳ ἥμαρτον, διὰ νόμου κριθήσονται. οὐ γὰρ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῷ, ἀλλ᾿ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται. ὅταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μὴ ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος, οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων ἐν ἡμέρᾳ ὅτε κρινεῖ ὁ Θεὸς τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ». (Ρωμ. 2:12-14)
Η συνείδηση λοιπόν είναι ο τόπος όπου φανερώνεται ο «σπερματικός Λόγος», ο τόπος όπου κάθε άνθρωπος που έρχεται στον κόσμο, ανεξάρτητα από την καταγωγή του ή την εποχή που έζησε, φωτίζεται σταδιακώς και προοδευτικώς από τον Λόγο του Θεού, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.
Αλλά μήπως αυτή η κρίση που βασίζεται στη συνείδηση και όχι στον νόμο -για όσους δεν έχουν γνωρίσει την Αποκάλυψη του Θεού- που δεν έχουν γνωρίσει την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, που δεν έχουν γνωρίσει την Εκκλησία-, υπονοεί ότι θα σωθούν με τον ίδιο τρόπο όπως οι Άγιοι, που βαπτίστηκαν, μετέλαβαν τα Άχραντα Μυστήρια, μετανόησαν, εξομολογήθηκαν, έκαναν καλά έργα ελέους και φιλανθρωπίας, αγάπησαν τον Θεό και τον πλησίον τους;
Όχι βέβαια. Δεν θα έχουν ούτε την ίδια δόξα ούτε την ίδια θέση στον παράδεισο. Αναφέρεται στο Βιβλίο της Αποκαλύψεως, το οποίο μιλάει για την κατάσταση των σωζόμενων ανθρώπων στον Παράδεισο: «ἐν μέσῳ τῆς πλατείας αὐτῆς καὶ τοῦ ποταμοῦ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ξύλον ζωῆς, ποιοῦν καρποὺς δώδεκα, κατὰ μῆνα ἕκαστον ἀποδιδοῦν τὸν καρπὸν αὐτοῦ, καὶ τὰ φύλλα τοῦ ξύλου εἰς θεραπείαν τῶν ἐθνῶν» (Αποκ. 22.2).
Βλέπετε για αυτήν την διάκριση και στον Ιεζεκιήλ όπου λέει: « καὶ ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ ἀναβήσεται, ἐπὶ τοῦ χείλους αὐτοῦ ἔνθεν καὶ ἔνθεν πᾶν ξύλον βρώσιμον, οὐ μὴ παλαιωθῇ ἐπ᾿ αὐτοῦ, οὐδὲ μὴ ἐκλείπῃ ὁ καρπὸς αὐτοῦ· τῆς καινότητος αὐτοῦ πρωτοβολήσει, διότι τὰ ὕδατα αὐτῶν ἐκ τῶν ἁγίων ταῦτα ἐκπορεύεται, καὶ ἔσται ὁ καρπὸς αὐτῶν εἰς βρῶσιν καὶ ἀνάβασις αὐτῶν εἰς ὑγίειαν» (Ιεζ. 47:12) .
Δηλαδή υπάρχουν καρποφόρα δέντρα στον Παράδεισο, (βέβαια πρέπει να το κατανοήσουμε πνευματικά) οι καρποί των οποίων είναι για τους σεσωσμένους βαπτισμένους Χριστιανούς και τα φύλλα για τα έθνη. Με τη λέξη «έθνη» υπονοεί όσους σώθηκαν με τον νόμο της συνειδήσεως και δεν είχαν λάβει το Άγιο Βάπτισμα. Είναι άδικος ο Θεός που τους δίνει φύλλα; Ασφαλώς όχι. Ακατανόητη η δικαιοσύνη Του από τον ανθρώπινο νου.
3. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΠΕΡΜΑΤΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ
Στους Αφρικανούς προγόνους μας, η γνώση του Θεού ήταν σε μεγάλο βαθμό αναμεμειγμένη με πεποιθήσεις για θεϊκές δυνάμεις που αποδίδονταν σε αποθανόντες προγόνους, την προγονολατρεία. Πεποιθήσεις που ο Χριστιανισμός τις προσλαμβάνει σαν αφορμή του κηρύγματος, τις διορθώνει και τους δίνει το αληθινό νόημα.
Αυτές οι γνώσεις και οι πεποιθήσεις των εντοπίων αδελφών, μας βοηθούν να χτίσουμε μια γέφυρα μεταξύ του ευαγγελιζόμενου και του ακροατή του λόγου. Διαφορετικά, δεν υπάρχει μεταξύ τους σημείο αναφοράς ή καλύτερα τρόπος προσέγγισης.
Η φράση που αναφέρει ο Άγιος Ιωάννης στο Ευαγγέλιο για τον Χριστό, ότι «῏Ην τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον», υπονοεί και περιλαμβάνει ολόκληρο τον κόσμο.
Σε κάθε άνθρωπο, υπάρχουν σπόροι αλήθειας, αλλά όχι ολόκληρη η αλήθεια, η οποία είναι μόνο ο Χριστός. «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀλήθεια» είπε ο Κύριος. Ο Άγιος Ιουστίνος, ο φιλόσοφος και μάρτυρας, χρησιμοποιεί αυτή την πραγματικότητα για να μιλήσει για τον σπερματικό Λόγο.
Τα περί «σπερματικού Λόγου» τα βρίσκουμε όχι μόνο σε αρχαίους φιλοσόφους, όπως ο Σωκράτης, που μιλάει για έναν Θεό (χρησιμοποιώντας ενικό= ‘Ο Θεός’) ενώ ζει σε έναν πολυθεϊστικό κόσμο, αλλά και σε πολλούς άλλους φιλοσόφους και σοφών άλλων λαών. Δεν θα επεκταθούμε, ούτε θα αναλύσουμε σε όλη του την έκταση το θέμα αυτό.
Σε όλες τις αρχέγονες παραδόσεις υπάρχει ο σπόρος του Λόγου του Θεού, ιδιαίτερα στη συνείδηση κάθε ανθρώπου και κάθε λαού.
Βέβαια αυτή η γνώση και η εμπειρία περιέχουν σφάλματα και αποκλίσεις που η Βίβλος και γενικότερα η χριστιανική πίστη συμπληρώνουν και διορθώνουν.
1.Για παράδειγμα, στην αρχαιότητα, εδώ στην Αφρική, οι πρόγονοί μας πίστευαν ήδη στη ζωή πέρα από τον τάφο, πριν ακόμη γνωρίσουν τον Χριστιανισμό. Πίστευαν ότι ο άνθρωπος συνεχίζει να ζει μετά θάνατον. Όχι φυσικά στον παράδεισο, όχι στους κόλπους του Αβραάμ. Αλλά σε ένα άγνωστο μέρος, στο επέκεινα.
Εκεί, πρέπει να φορούν ρούχα, χρειάζεται να φάνε, να φορέσουν παπούτσια, κ.λπ. Αλλά όλα αυτά πρέπει να τα πάρουν από τη γη, από τους ζώντες της φυλής τους. Και σε αντάλλαγμα τους χορηγούσαν την «προστασία τους».
Για αυτό, οι άνθρωποι συχνά πήγαιναν στους τάφους τους για να αφήσουν εκεί διάφορα πράγματα, τα οποία μερικές φορές τα έσχιζαν για να μην κλαπούν. Πίστευαν δε ότι οι νεκροί τα χρησιμοποιούσαν, με τρόπο ακατανόητο σε αυτούς. Δηλ. είτε για να φάνε είτε για να ντυθούν, ανάλογα με το είδος που άφηναν στον τάφο τους.
Από αυτή τη συνήθεια, οδηγούνταν στην προγονολατρεία, τη λατρεία των προγόνων τους, τους οποίους πίστευαν ότι ήταν ζωντανοί και μπορούσαν να έρθουν να τους βοηθήσουν, όταν τους επικαλούνται. Ένας νεκρός πρόγονος μπορούσε να έρθει να πολεμήσει γι' αυτούς, ενάντια στους εχθρούς τους, μέλη μιας άλλης φυλής...
Υπάρχει συνεπώς μια ολόκληρη εσχατολογική διδασκαλία. Ο Ορθόδοξος Ιεραπόστολος ξεκινά -όπως ο Απόστολος Παύλος στην Αθήνα- το κήρυγμά του από τις διδασκαλίες αυτές.
Και στη συνέχεια αρχίζει να τους μιλάει για την ανάσταση των νεκρών, τα μνημόσυνα, τα κόλλυβα, τις προσευχές για την ανάπαυση των ψυχών. Έτσι η προγονολατρεία μπορεί να διορθωθεί μιλώντας τους για τους Αγίους της Εκκλησίας· πώς γίνεται κανείς Άγιος.
Πώς ένας Άγιος μπορεί να τιμηθεί μετά θάνατον, με τη διευκρίνιση ότι δεν λατρεύεται αλλά τιμάται. Μπορεί σε αυτό το σημείο ο Ιεραπόστολος να εξηγεί ποιες είναι οι διαφορές αυτών των ορολογιών ( τιμητική προσκύνηση, λατρεία) και πώς γίνεται η Αγιοκατάταξη ενός Αγίου στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αφού πρώτα αναγνωρισθεί ως Άγιος στην συνείδηση του λαού, κλπ.
Οι αρχαίοι Αφρικανοί επίσης διατηρούσαν και λάτρευαν τα αντικείμενα που άφησαν οι πρόγονοί τους, αλλά ακόμη περισσότερο, τα χρησιμοποιούσαν ως τοτέμ και φετιχιστικά αντικείμενα, διότι πίστευαν ότι είχαν κάποια δύναμη.
Αντίθετα στην Ορθόδοξη Παράδοση οι Χριστιανοί τιμούν τα Άγια λείψανα των Αγίων και τα κειμήλιά τους στα οποία δεν αποδίδουν κάποια μαγική δύναμη αλλά πιστεύουν ότι και αυτά μετέχουν και μεταδίδουν τη χάρη του Θεού την οποία είχε πλούσια ο άγιος μέσα του κατά την επίγεια ζωή του. Επίσης ένας Άγιος είναι «παγκόσμιος».
Είναι οικουμενικός. Ανήκει δηλ. σε ολόκληρη την Εκκλησία και όχι αποκλειστικά στον τόπο του, στην οικογένειά του ή την φυλή του. Όλες αυτές οι πτυχές της προγονικής αφρικανικής ζωής και πίστης μπορούν να αποτελέσουν πολύ χρήσιμα σημεία αφετηρίας της διδασκαλίας των χριστιανικών αληθειών της Ορθοδόξου πίστεως.
2. Στην αρχαιότητα, πριν την εξάπλωση του Χριστιανισμού, υπήρχε στους Αφρικανούς -μετά τη γέννηση ενός παιδιού- μια τελετή που ονομαζόταν τελετή ονοματοδοσίας. Μέχρι να λάβει το παιδί ένα όνομα, δεν θεωρούταν πραγματικά ως πρόσωπο. Με το όνομα αποκτά προσωπικότητα το παιδί.
Ξεκινώντας από εδώ μπορούμε να επεκταθούμε και να αναλύσουμε σε βάθος τη σημασία του χριστιανικού βαπτίσματος και του ονόματος που λαμβάνει κανείς εκείνη τη στιγμή. Πρόκειται για ένα όνομα που υπερβαίνει τη γήινη πραγματικότητα, επειδή είναι χαραγμένο, γραμμένο στο Βιβλίο της Ζωής.
Για τον Χριστό, η αναγραφή του ονόματος του πιστού στο Βιβλίο της ζωής, η οποία γίνεται κατά τη στιγμή του βαπτίσματος κάθε ανθρώπου, είναι πολύ πιο σημαντική από την εκδίωξη των δαιμόνων: « πλὴν ἐν τούτῳ μὴ χαίρετε, ὅτι τὰ πνεύματα ὑμῖν ὑποτάσσεται· χαίρετε δὲ ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς οὐρανοῖς.» (Λουκ. 10.20).
Σε αυτό το σημείο, ένας ιεραπόστολος Ορθόδοξος Θεολόγος μπορεί να προχωρήσει τον θεολογικό στοχασμό του και να μιλήσει στους ακροατές του γηγενείς με ερμηνεία για το Όνομα του Ιησού, το οποίο υπερβαίνει κάθε όνομα: «ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα, ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι ᾿Ιησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός.». (Φιλ. 2:8-11).
Και από εκεί μπορούμε φυσικά να τους μιλήσουμε για τη δύναμη του Ονόματος του Ιησού, για την επίκληση του Ονόματος του Ιησού στην προσευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με», που αποτελεί κληρονομιά του Χριστιανισμού και σύνοψη ολόκληρης της Ορθόδοξης πίστης.
3. Η πεποίθηση της παρουσίας του Θεού κοντά μας, ως υπέρτατου όντος, ήταν βαθιά ριζωμένη στους Αφρικανούς ακόμη και πριν από τον Χριστιανισμό. Τον Χριστό δεν τον γνώριζαν, ούτε γνώριζαν την θεμελιώδη αλήθεια της χριστιανικής πίστης ότι ο υπεράνω πάντων Θεός, έγινε τέλειος άνθρωπος για τη σωτηρία μας και συγχρόνως παρέμεινε αυτό που ήταν δηλ. τέλειος Θεός.
Οι αρχαίοι Αφρικανοί ήταν πολύ περισσότερο θεοκεντρικοί παρά ανθρωποκεντρικοί στα προγονικά τους έθιμα. Όταν ένας Αφρικανός πήγαινε σε ένα ταξίδι, δεν του ευχόταν ο άλλος «καλό ταξίδι», αλλά του ευχόταν «ο Θεός να του χαρίσει ένα καλό ταξίδι».
Οι πρόγονοι να του δώσουν καλό ταξίδι. Ακόμα και όταν έτρωγε, δεν του ευχόντουσαν «καλή όρεξη». Αλλά «Ο Θεός να του χαρίσει υγεία». Πάντα είχαν την ιδέα ότι το καλό ταξίδι ή το καλό φαγητό δεν ήταν καρπός ανθρώπινων προσπαθειών, αλλά καρπός της εύνοιας των προγόνων ή της αόρατης δύναμης του Υπέρτατου Όντος.
Επί πλέον ήθελαν τον Θεό τους σαν κι αυτούς. Πολλές φορές, ρωτούσαν τους ιεραποστόλους: «Ο Χριστός για τον οποίο μας μιλάτε ξέρει κυνήγι; Γιατί σας ακούμε να μας μιλάτε μόνο για ψάρεμα στη λίμνη της Τιβεριάδος!». Θα ήθελαν έναν Χριστό που ξέρει να κυνηγάει ζώα στο δάσος.
Αυτή η πραγματικότητα είχε ως συνέπεια σε αρκετές μεταφράσεις της Προτεσταντικής Βίβλου, σε αρκετές γλώσσες του Κονγκό, να μεταφράζουν ότι ο Χριστός είπε στον Πέτρο και τους άλλους μαθητές «ακολουθήσετέ με και θα σας κάνω κυνηγούς ανθρώπων», παρότι το πρωτότυπο κείμενο είναι «θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων».
Διαπιστώνουμε εδώ την επιθυμία τους να τους μοιάζει ο Θεός και την πίστη τους να επηρεάζεται από αυτή την επιθυμία τους και να τους οδηγεί σε έναν Θεό «σαν αυτούς». Αυτή είναι μια απτή διαπίστωση της ύπαρξης «του σπερματικού Λόγου», στους εδώ αδελφούς, αφού στην πραγματικότητα ο Χριστός ήρθε στη γη, όμοιος με μας, εκτός από αμαρτία, και κατοίκησε ανάμεσά μας «καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ιωαν. 1.14).
4. Και ένα ακόμη παράδειγμα που μπορούμε να αναφέρουμε, αυτή τη φορά στο λατρευτικό τομέα. Οι γιορτές για τους προγόνους Αφρικανούς άρχιζαν πάντα το απόγευμα με προετοιμασίες στο χώρο της συγκέντρωσης τους, στις καλύβες λατρείας, και τελείωναν την επομένη από το πρωί μέχρι το μεσημέρι.
Το απόγευμα της προηγούμενης μέρας ήταν η προετοιμασία της γιορτής, ενώ το πρωί ήταν η ίδια η γιορτή, η κυριώνυμη ημέρα της εορτής. Γι’ αυτό δεν έχουν δυσκολία οι Αφρικανοί σήμερα να καταλάβουν γιατί κάνουμε τον Εσπερινό, που είναι στην ουσία η προετοιμασία για Δεσποτικο-Θεομητορική εορτή ή την εορτή ενός Αγίου, στην Ορθοδοξία.
5. Ακόμα και οι άνθρωποι που ασκούσαν την μαγεία στην αρχαιότητα, όταν δεν κατάφερναν να πετύχουν κάτι, να βλάψουν κάποιον, με τη μαγεία τους, έλεγαν ότι «ο Θεός δεν το θέλησε». Εδώ έρχεται ο Χριστός και συμπληρώνει λέγοντας στους πιστούς: «οὐχὶ πέντε στρουθία πωλεῖται ἀσσαρίων δύο; καὶ ἓν ἐξ αὐτῶν οὐκ ἔστιν ἐπιλελησμένον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· ἀλλὰ καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς ὑμῶν πᾶσαι ἠρίθμηνται. μὴ οὖν φοβεῖσθε· πολλῶν στρουθίων διαφέρετε ( Λκ.12.6-7) και πάλιν «καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου· καὶ θρὶξ ἐκ τῆς κεφαλῆς ὑμῶν οὐ μὴ ἀπόληται» ( Λκ.21.17-18).
Η γνώση των αρχαίων Αφρικανών για τον Θεό ήταν πολύ αναμεμειγμένη με την πίστη τους στη δύναμη των προγόνων τους ή στη δύναμη της μαγείας τους ή με τις δεισιδαιμονίες τους.
6. Έδιναν επίσης μεγάλη τιμή στις αρετές. Μια γυναίκα πρέπει να είναι προνοητική. Για παράδειγμα, δεν έπρεπε να βγαίνει τη νύχτα για να ψάξει για αλάτι από τον γείτονά της. Έπρεπε να το κάνει κατά τη διάρκεια της ημέρας. Αν βγει έξω τη νύχτα και συναντήσει μια μαύρη γάτα, θα υποστεί μεγάλο κακό. Δεν θα έχει την προστασία των προγόνων της. Αυτή η τοποθέτηση μπορεί να αξιοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό στον Χριστιανισμό, μιλώντας για την υποχρέωσή μας να είμαστε πάντοτε προνοητικοί και συνεπείς στην πνευματική ζωή μας , και να χρησιμεύσει ως παιδαγωγική για την νοικοκυρά, να είναι εργατική και προβλεπτική ως μητέρα-σύζυγο.
7. Και τέλος, υπάρχει κάτι που θυμίζει την παραβολή των δέκα παρθένων ( Ματθ. 25.1-12). Οι αρχέγονοι προπάτορές μας εκτιμούσαν ιδιαίτερα την παρθενία. Αλλά ήταν κατανοητή μόνο για την γυναίκα, κι όμως ο Χριστιανισμός το βλέπει το θέμα και για τα δύο φύλα, τον άνδρα και τη γυναίκα.
Δεδομένου μάλιστα ότι κατά τα εδώ έθιμα είναι ο άνδρας αυτός που δίνει στην κοπέλα προίκα, μια παρθένα κοπέλα παρέχει το δικαίωμα να ζητηθεί γι’ αυτήν πολύ μεγαλύτερη προίκα από αυτήν που αρμόζει σε μια που δεν είναι παρθένα. Το γεγονός αυτό είχε επίσης εκπαιδευτικό χαρακτήρα (δηλ ήταν μια πρακτική ηθική διδασκαλία) για άλλα κορίτσια που ήταν ακόμη ανήλικα.
Στον Χριστιανισμό, ως γνωστό, όσες (και όσοι) τηρούν παρθενία τιμώνται, εφ’ όσον βέβαια το κάνουν για την Βασιλεία των Ουρανών.
Έχουν δε υποχρέωση να συνδέουν την παρθενία με την ελεημοσύνη, να είναι φρόνιμες, σοφές, να έχουν πάντα αναμμένα τα λυχνάρια τους και να αγρυπνούν αναμένοντας τη συνάντηση με τον Νυμφίο τους, τον Χριστό που « είναι το φως που φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο», στον οποίο πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν!
ΠΗΓΗ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ