Βαπτιστά του Χριστού, πάντων ημών μνήσθητι, ίνα ρυσθώμεν των ανομιών ημών, σοι γαρ εδόθη χάρις, πρεσβεύειν υπέρ ημών.ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ
Ο μακαριστός Γέροντας (Άγιος) Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης (1905–1991), αυτός ο θεόπνευστος Υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, το σύγχρονο αγλάϊσμα της Αθωνικής Πολιτείας, στην αρχή της μοναχικής του ζωής και πορείας, είχε δυσκολευτεί απερίγραπτα. Κατά παραχώρηση Θεού εγκαταλείφθηκε πρόωρα από τον ίδιο τον γέροντά του, τον ιερομόναχο Μ. επειδή αυτός θέλησε να προσχωρήσει στο κίνημα των Ζηλωτών στην Αθήνα. Έμεινε έτσι «μόνος μονώτατος» –όπως λέει και ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος– για κάποια χρόνια να ασκητεύει στην τραχεία και απαράκλητη έρημο της Μικράς Αγίας Άννης, μόνος, «μόνῳ τῷ Θεῷ»,…. Με θείο, πραγματικά, θάρρος, με ακατάβλητο φρόνημα και με αισθητή μέσα του τη θεία βοήθεια, παρέμεινε αποφασιστικά στο πάμφτωχο Καλύβι του Τιμίου Προδρόμου….
Ο περιβόητος παπα–Εφραίμ (Άγιος) Κατουνακιώτης (1912–1998), περνώντας κάποτε έξω από το Καλύβι του 25χρονου τότε μοναχού Γερασίμου, βλέπει οφθαλμοφανώς επάνω ακριβώς από το Καλύβι του ταπεινού Υμνογράφου τον Τίμιο Πρόδρομο του Κυρίου να υπερίπταται και έκθαμβος τον ρωτάει:
–Τί κάνεις εδώ, Τίμιε Πρόδρομε;
Και ο Άγιος Ιωάννης, ο παμμέγιστος Πρόδρομος του Σωτήρος Χριστού, του απαντά:
–Κάθομαι εδώ και φυλάω το καλογέρι, που μου ανάβει τα καντήλια!
Ο παπα–Εφραίμ δόξασε τον Θεό και, με δάκρυα στα μάτια, πήγε και διηγήθηκε καταλεπτώς το γεγονός στον νεαρό, τότε, μοναχό π. Γεράσιμο, ο οποίος, ακούγοντάς το, ξέσπασε αμέσως σε άφθονους λυγμούς μεγάλης και ασυγκράτητης συγκινήσεως, δοξολογώντας τον Θεό και ευχαριστώντας από βάθους καρδιάς τον Τίμιο Πρόδρομο για την ανέλπιστη εύνοιά του προς αυτόν.
Άλλοτε πάλι, δεκαετίες αργότερα, σε μία συζήτηση που έγινε, αντιδρώντας ο αείμνηστος Γέροντας π. Γεράσιμος για την περισσή αυστηρότητα που αποδίδουν υπέρμετρα πολλοί χρωστήρες των αγιογράφων στον χαρακτήρα της μορφής του Τιμίου Προδρόμου, εκμυστηρεύθηκε προς τον υποτακτικό του με έκδηλη πια τη μυστική ομορφιά των ιερών βιωμάτων του, μεταξύ των άλλων, τα εξής:
–Ο Τίμιος Πρόδρομος, είναι γλυκύς, ωραίος, πανέμορφος!…
–Τί λες, Γέροντα; Πώς το ξέρεις; τον ρώτησε με αφέλεια ο νεαρός υποτακτικός του.
–Τον είδα, παιδάκι μου! είπε με απλότητα ο Γέροντας Γεράσιμος·
–Τον είδα!… Ήταν γλυκύς, ωραίος!… Και μου είπε ότι, «εγώ θα είμαι ο προστάτης σου και ο εγγυητής της σωτηρίας σου!».
Ο υποτακτικός του μακαριστού Υμνογράφου τα έχασε κυριολεκτικά! Συνέχισε να περπατάει σιωπηλός προς τα κελιά τους μαζί με τον αγαθό Γέροντά του, τον μακαριστό Γεράσιμο· αμίλητος πλέον, αλλά εσωτερικά έκθαμβος από αυτή την πολύτιμη αποκάλυψη για τον Τίμιο Πρόδρομο, τον «γλυκύ, τον ωραίο και τον πανέμορφο» Προάγγελο, Προφήτη, Κήρυκα, Συγγενή, Φίλο, τον Βαπτιστή Ιωάννη, τον Πρόδρομο του Σωτήρος Χριστού!
Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου:
"Γεράσιμος Μοναχός Μικραγιαννανίτης, Υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας"
Οἱ ἀκρίδες ποὺ ἔτρωγε ὁ Ἰωάννης δὲν εἶναι ἔντομα ποὺ μοιάζουν μὲ σκαθάρια, ὅπως νομίζουν μερικοὶ ποὺ δὲν γνωρίζουν (μακριὰ μιὰ τέτοια σκέψη), ἀλλὰ κορυφὲς βοτάνων καὶ φυτῶν. Οὔτε πάλι τὸ ἄγριο μέλι ἦταν κάποιο χόρτο, ἀλλὰ βουνίσιο μέλι ποὺ γίνεται ἀπὸ ἄγριες μέλισσες καὶ εἶναι πάρα πολὺ πικρό, ἐχθρὸς κάθε αἴσθησης γεύσης. Μὲ αὐτὰ ὁ Ἰωάννης ἔδειχνε τὴν ὑπερβολικὴ κακουχία, ποὺ δὲν περιοριζόταν μόνο στὴν ἀκτημοσύνη, ἀλλὰ πίκραινε μὲ τὴ σκληρότητα ὅλες τὶς ὀρέξεις τοῦ σώματος.
~ Ἅγιος Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης
( Ἅπαντα τά Ἔργα "σειρά ΕΠΕ"
τ. 1, σελ.153).