
«Εκκλησία χωρίς λείψανα: η νέα ''ποιμαντική'' πρόταση»
Γράφει ὁ Ἰωάννης Χατζηδιγενῆς, θεολόγος
«Ἀνάστασις μὲ ὅρους διαχείρισης»...
Τὶς τελευταῖες ἡμέρες παρακολουθοῦμε μὲ ἀπορία καὶ ὀδύνη νὰ ἐπανέρχεται στὸ προσκήνιο τὸ ζήτημα τῆς ἀποτέφρωσης, ὄχι πλέον μόνον ἀπὸ κοσμικοὺς κύκλους, ἀλλὰ –πράγμα ἀληθινὰ ἀνησυχητικό– καὶ ἀπὸ κληρικούς, οἱ ὁποῖοι ἐμφανίζονται νὰ ὑπερασπίζονται τὴν πρακτικὴ αὐτὴ ἐν ὀνόματι μιᾶς δήθεν «ποιμαντικῆς εὐαισθησίας».
Μιᾶς εὐαισθησίας, ὅμως, ποὺ φαίνεται νὰ σταματᾶ ἐκεῖ ποὺ ξεκινᾶ ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ μετατρέπεται εὔκολα σὲ ποιμαντικὸ λαϊκισμό, μὲ θεολογικὴ ἀμνησία.
Διότι ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι οὔτε γραφεῖο τελετῶν, οὔτε ψυχολογικὸ καταφύγιο.
Ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία δὲν εἶναι μία γενικὴ προσευχὴ παρηγοριᾶς, ἀλλὰ δογματικὸ κείμενο, δημόσια ὁμολογία πίστεως.
Ὅποιος ἰσχυρίζεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἀποσπαστεῖ ἡ πράξη ἀπὸ τὸ φρόνημα, ἢ δὲν γνωρίζει τὴν πατερικὴ θεολογία ἢ συνειδητὰ τὴν παρακάμπτει.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος εἶναι σαφής: «Οὐχ ὡς ἀπολλύμενον τιθέμεθα τὸ σῶμα εἰς τὴν γῆν, ἀλλ’ ὡς σπέρμα ἀναστάσεως».
Ἡ ταφὴ εἶναι πράξη ἐλπίδας καὶ ἀναμονῆς, ὄχι ἀπλῶς μία μέθοδος «διαχείρισης».
Ἀκούγεται συχνὰ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι καὶ στὴν ταφὴ καὶ στὴν καύση τὸ σῶμα διαλύεται, ἄρα δὲν ὑπάρχει διαφορά.
Ἀν αὐτὸ ἦταν ἀληθινό, τότε ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία ἐπὶ δύο χιλιάδες χρόνια θὰ εἶχε παρεξηγήσει τὸ Εὐαγγέλιο.
Οἱ χριστιανοὶ τῶν κατακομβῶν, ποὺ ἔθαβαν τοὺς νεκρούς τους μὲ κίνδυνο ζωῆς, ἦταν –ὡς φαίνεται– θεολογικὰ ἀφελεῖς καὶ χρειάστηκε νὰ φτάσουμε στὸν 21ο αἰῶνα γιὰ νὰ τοὺς διορθώσουμε.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὅμως, μιλᾶ καθαρά: «Καὶ τὸ σῶμα ἁγιάζεται, οὐ μόνον ἡ ψυχή».
Τὸ σῶμα δὲν εἶναι ὕλη πρὸς ἐξαφάνιση, ἀλλὰ μέτοχος τῆς θείας χάριτος.
Ἡ ἀποτέφρωση, ὅσο κι ἂν προσπαθοῦν κάποιοι νὰ τὴν παρουσιάσουν ὡς οὐδέτερη πρακτική, εἶναι παγανιστικὴ στὴν καταγωγή καὶ στὸ νόημά της. Οἱ εἰδωλολάτρες ἔκαιγαν τοὺς νεκρούς· οἱ χριστιανοὶ τοὺς ἐνεταφίαζαν.
Ὁ Τερτυλλιανὸς γράφει χωρὶς περιστροφές: «Ἡ καύσις τῶν σωμάτων οὐ παρὰ Χριστιανοῖς, ἀλλὰ παρὰ τοῖς ἔθνεσιν».
Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἐπέλεξε τὴν ταφὴ ἀπὸ συνήθεια, ἀλλὰ ἀπὸ ἀνθρωπολογία καὶ ἐσχατολογία.
Καὶ ἐδῶ ἡ σιωπὴ τῶν ὑπερασπιστῶν τῆς ἀποτέφρωσης γίνεται ἐκκωφαντική ὅταν ἔρχεται στὸ προσκήνιο ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων λειψάνων.
Ἄν ἡ καύση ἦταν θεολογικὰ ἰσοδύναμη τῆς ταφῆς, δὲν θὰ εἴχαμε ἄφθαρτα σώματα, μύρα, θαύματα, ἁγιασμὸ τῆς ὕλης.
Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ὁμολογεῖ: «Ἡ θεία χάρις παραμένει καὶ εἰς τὰ ὀστᾶ τῶν δικαίων».
Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης ἔλεγε ἀκόμη πιὸ ἀπλά καὶ πιὸ σκληρά: «Τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἱερό. Δὲν μπορεῖς νὰ τὸ καίς, ὅπως καίς τὰ ἄχρηστα».
Καὶ ὁ Γέροντας Ἰωσὴφ ὁ Βατοπαιδινὸς χαρακτήριζε τὴν καύση «ἄρνηση τῆς τιμῆς τοῦ σώματος».
Συχνὰ ἀκούγεται καὶ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι «ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ ἀναστήσει καὶ τὴν τέφρα».
Βεβαίως μπορεῖ. Ὁ Θεὸς μπορεῖ τὰ πάντα. Ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία δὲν ρυθμίζει τὴν πράξη της μὲ βάση τὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μὲ βάση τὴν ἀποκεκαλυμμένη ὁμολογία τῆς πίστεως.
Ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, «Ὅταν ἀλλάζεις τὴν πράξη, ἀλλάζεις τὴν πίστη».
Ἄλλο τὸ τί μπορεῖ ὁ Θεός καὶ ἄλλο τὸ τί ὁμολογεῖ ἡ Ἐκκλησία.
Ἡ ποιμαντικὴ ποὺ ἀποκόπτεται ἀπὸ τὴν Παράδοση δὲν εἶναι ποιμαντική· εἶναι ἐκκοσμίκευση μὲ ράσο.
Ὁ Ἅγιος Γέροντας Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ προειδοποιοῦσε ὅτι «ἡ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας δὲν προσαρμόζεται, βιώνεται».
Ὅταν, λοιπὸν, ἀκούγεται ὅτι ἡ ἀποτέφρωση εἶναι δήθεν ζήτημα ἀμιγῶς ποιμαντικὸ καὶ ὄχι θεολογικό, αὐτὸ ποὺ πραγματικὰ ἀποκαλύπτεται εἶναι ἡ ἀδυναμία ἀντοχῆς τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου –καὶ δυστυχῶς καὶ κάποιων κληρικῶν– στὸ βάθος καὶ στὴν ἀπαιτητικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἡ ἀποτέφρωση δὲν εἶναι μία ἀθώα ἐναλλακτική.
Εἶναι ρήξη μὲ τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα, ὅσο κι ἂν βαφτίζεται «ποιμαντικὴ πρόοδος».
Καὶ ὅσο κι ἂν ἐπιχειρεῖται ἡ θεολογική της νομιμοποίηση, ἡ Ἐκκλησία συνεχίζει νὰ μιλᾶ μὲ τὴ φωνὴ τῶν Πατέρων καὶ τῶν Ἁγίων, ὄχι μὲ τὴ γλῶσσα τῶν κοινωνικῶν τάσεων.
Διότι, τελικῶς, καὶ αὐτὸ χρειάζεται νὰ λεχθεῖ χωρὶς περιστροφές: Μόνο τά σκουπίδια καίμε. Ὄχι τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ἐκλήθη νὰ γίνῃ ἅγιος καὶ κληρονόμος ἀναστάσεως!
https://www.romfea.gr/katigories/10-apopseis/74295-ekklisia-xoris-leipsana-i-nea-poimantiki-protasi



