Με αφορμή την επίθεση SVR κατά του Οικ. Πατριάρχη
Γεώργιος Αποστολάκης, αντιπρόεδρος ΑΠ ε.τ.
Α.- Κανονικότητα, πνευματικό τραύμα και γεωπολιτική εξουσία στην Ορθοδοξία
Η πρόσφατη, ιδιαίτερα οξεία επίθεση ρωσικών κρατικών κύκλων κατά του Οικουμενικού Πατριάρχη δεν είναι ένα απλό επικοινωνιακό επεισόδιο. Αποτελεί σύμπτωμα ενός βαθύτερου ρήγματος: ενός σχίσματος που διατρέχει σήμερα την Ορθοδοξία και το οποίο δεν είναι μόνο κανονικό ή γεωπολιτικό, αλλά βαθιά πνευματικό.
Η Μόσχα κατηγορεί το Φανάρι ότι «διαλύει το σώμα της Εκκλησίας» και ότι λειτουργεί ως όργανο δυτικών συμφερόντων. Το Φανάρι, από την πλευρά του, υπερασπίζεται τον ιστορικό και κανονικό του ρόλο. Αν όμως μείνουμε σε αυτή τη διπολική αντιπαράθεση, χάνουμε το ουσιώδες: το τίμημα που ήδη πληρώνει η εκκλησιαστική ενότητα.
Β.- Γιατί «τώρα» η επίθεση της SVR;
Το timing ταιριάζει πολύ με μια άμεση ρωσική αντίδραση σε εξελίξεις που απειλούν την «κανονική επικράτεια» της Μόσχας, ειδικά στη Βαλτική:
Εσθονία: έχουν υπάρξει νομοθετικές/θεσμικές κινήσεις που στόχο έχουν να κοπούν οι δεσμοί της Εσθονικής Εκκλησίας (υπό Μόσχα) από το Πατριαρχείο Μόσχας, με επιχείρημα την εθνική ασφάλεια.
Λιθουανία: από το 2024 έχει προχωρήσει η ίδρυση/εγκατάσταση Εξαρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ως παράλληλη εκκλησιαστική δομή έναντι της ρωσικής δικαιοδοσίας στη χώρα.
Λετονία: από το 2022–2023 υπάρχει νομική/θεσμική κατεύθυνση «de jure ανεξαρτησίας» της εκεί Εκκλησίας από εξωτερικό κέντρο..
Με απλά λόγια: η Μόσχα βλέπει να χάνει έδαφος στη Βαλτική (και δυνητικά αλλού), όχι μόνο «εκκλησιαστικά», αλλά ως δίκτυο επιρροής. Και η SVR (Ρωσική Υπηρεσία Εξωτερικών Πληροφοριών) μιλά σαν να κάνει «προληπτικό χτύπημα» απονομιμοποίησης του Φαναρίου πριν παγιωθούν νέες πραγματικότητες.
Παράλληλα, στο ίδιο πακέτο η SVR «πετάει» και Μαυροβούνιο/Σερβία (αυτοκεφαλία στην «μη αναγνωρισμένη» Ορθόδοξη Εκκλησία του Μαυροβουνίου), κάτι που λειτουργεί ως σήμα προς τη Σερβική Εκκλησία: «κοίτα τι έρχεται, αν δεν σταθείς με εμάς».
Γ.- Η Ουκρανία ως σημείο καμπής
Η παραχώρηση αυτοκεφαλίας στην Ουκρανία το 2018 αποτέλεσε το καθοριστικό σημείο. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο επικαλέστηκε ιστορικές και κανονικές ερμηνείες για το ρόλο του Φαναρίου ως υπερκείμενης εκκλησιαστικής αρχής αρμόδιας για τη απονομή αυτοκεφαλιών. Όμως, οι ερμηνείες αυτές αμφισβητήθηκαν σοβαρά και τεκμηριωμένα.
Διακεκριμένοι θεολόγοι και ιεράρχες επεσήμαναν ότι η Ουκρανία ανήκε επί αιώνες στη δικαιοδοσία της Μόσχας και ότι μια τόσο κρίσιμη απόφαση χωρίς πανορθόδοξη συναίνεση ενείχε τον κίνδυνο σχίσματος. Χαρακτηριστική υπήρξε η προειδοποίηση του +Αναστασίου Αλβανίας, ο οποίος είχε προειδοποιήσει ότι η μονομερής χορήγηση αυτοκεφαλίας, χωρίς πανορθόδοξη συναίνεση, δεν είναι αυτονόητη και εγκυμονεί τον κίνδυνο βαθιάς και διαρκούς διαιρέσεως της Ορθοδοξίας.
Η εξέλιξη επιβεβαίωσε τους φόβους: διακοπή ευχαριστιακής κοινωνίας, θεσμική πόλωση και μια Ορθοδοξία διαιρεμένη.
Δ.- Γεωπολιτική: υπαρκτή αλλά αλλά όχι πλήρης εξήγηση
Η αυτοκεφαλία είχε αναμφίβολα γεωπολιτικό αποτέλεσμα. Αποδυνάμωσε τη ρωσική επιρροή στην Ουκρανία και ενίσχυσε τη δυτική στρατηγική. Οι ΗΠΑ και άλλες δυτικές δυνάμεις το χαιρέτισαν δημόσια στο πλαίσιο της θρησκευτικής ελευθερίας και της εθνικής κυριαρχίας.
Φυσικά μόνο αυτό δεν αρκεί για δεχθεί κανείς ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ενήργησε κατ’ εντολήν ξένων κέντρων. Υπάρχει όμως σαφώς σύμπτωση συμφερόντων και αυτό αρκεί για να φορτίσει πολιτικά την απόφαση. Αποδεικνύεται έτσι κάτι πιο σύνθετο: ότι μια εκκλησιαστική πράξη, χωρίς πανορθόδοξη συναίνεση, γίνεται ευάλωτη στην πολιτική εργαλειοποίηση.
Η Μόσχα και η πολιτικοποίηση της Εκκλησίας
Η ρωσική κριτική δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως αμιγώς πνευματική. Ο Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος έχει ταυτιστεί με το ιδεολόγημα του «Ρωσικού Κόσμου» και λειτουργεί ως θεολογικός πυλώνας της κρατικής πολιτικής του Βλαντίμιρ Πούτιν. Έτσι, το ουκρανικό ζήτημα δεν αντιμετωπίστηκε μόνο ως εκκλησιαστικό πρόβλημα, αλλά ως υπαρξιακή απειλή για τη ρωσική εκκλησιαστική αυτοαντίληψη.
Άρα τι είναι ο «πόλεμος» κατά του Οικουμενικού; Κατά τη γνώμη μου είναι. κυρίως:
Άμυνα/αντεπίθεση επιρροής: φοβούνται περαιτέρω απώλειες σε Βαλτική και πιθανές αλυσιδωτές κινήσεις σε άλλες χώρες.
Προληπτική απονομιμοποίηση: όταν μια υπηρεσία πληροφοριών σε αποκαλεί «αντίχριστο» και σε δένει με «νεοναζί/MI6», δεν στοχεύει σε θεολογική συζήτηση. Στοχεύει σε κοινό, συμμάχους και ουδέτερους, για να τους κάνει να μην αγγίξουν το «Φανάρι».
Μήνυμα προς Σερβία και άλλους: το Μαυροβούνιο μπαίνει ως «φόβητρο» για να συσπειρωθούν εκκλησίες γύρω από τη Μόσχα.
Έχει σχέση με την «Τρίτη Ρώμη»;
Η «Τρίτη Ρώμη» είναι ιστορικό-ιδεολογικό υπόστρωμα που εύκολα μετατρέπεται σε αξίωση πρωταγωνιστικού ρόλου της Μόσχας στον ορθόδοξο κόσμο. Ακόμη και ευρωπαϊκές αναλύσεις σημειώνουν ότι η σύγχρονη ρωσική εκκλησιαστική αυτοαντίληψη συνδέεται με εικόνα της Μόσχας ως «Τρίτης Ρώμης» και κέντρο/εγγυητή της «Ρωσικής Ορθοδοξίας».
Από την άλλη, η ίδια η Μόσχα συχνά παρουσιάζει την «Τρίτη Ρώμη» όχι ως «πρωτείο εξουσίας» αλλά ως «μυστική ευθύνη/αποστολή».
Διεκδικεί πλέον η Μόσχα πρωτοκαθεδρία στην πράξη;
Τυπικά, η το Πατριαρχείο Μόσχας δεν λέει «εγώ είμαι πρώτος». Στην πράξη όμως, μια σειρά κινήσεων μοιάζουν με de facto ανταγωνισμό προς τον συντονιστικό ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Στο πλαίσιο αυτό:
2016: η Ρωσική Εκκλησία δεν συμμετείχε στη Σύνοδο της Κρήτης (Πανορθόδοξη Σύνοδος), υπονομεύοντας μια διαδικασία που συνδέεται ιστορικά με το πρωτείο του Φαναρίου.
2018: διέκοψε την ευχαριστιακή κοινωνία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο λόγω Ουκρανίας. Κίνηση που παγιώνει διπολισμό «Μόσχα vs Φανάρι».
Αφρική (Εξαρχία): η δημιουργία ρωσικής δομής σε κανονική περιοχή άλλου Πατριαρχείου παρουσιάστηκε ευρέως ως πρωτοφανής κίνηση παράλληλων δικαιοδοσιών, δηλαδή σαν η Μόσχα να συμπεριφέρεται ως υπερ-κέντρο.
Ε.- Το πνευματικό αποτύπωμα της αυτοκεφαλίας: από την κανονική διαφωνία στο ζωντανό σχίσμα
Πέρα από θεσμούς και στρατηγικές, το αποτέλεσμα ήταν ένα πραγματικό σχίσμα. Στην Ουκρανία παγιώθηκαν δύο ορθόδοξες εκκλησιαστικές δομές στον ίδιο χώρο. Η μία, με σαφή κρατική στήριξη, απέκτησε θεσμική υπεροχή. Η άλλη βρέθηκε αντιμέτωπη με πιέσεις, αφαιρέσεις ναών και διώξεις κληρικών.
Από πνευματικής άποψης, αυτό είναι καίριο: Ότι η ενότητα δεν οικοδομείται με νόμους και διοικητικές πράξεις. Όταν η Εκκλησία επιβάλλεται μέσω της πολιτικής εξουσίας, αλλοιώνεται το ευαγγελικό της ήθος. Το σχίσμα παύει να είναι αφηρημένη έννοια και γίνεται καθημερινός πόνος για τους πιστούς.
ΣΤ.- Γιατί αυτό είναι σοβαρό εκκλησιολογικό πρόβλημα
Εδώ βρίσκεται και το βαθύτερο πρόβλημα: η Εκκλησία, που καλείται να είναι χώρος συμφιλίωσης, εμφανίζεται ως πεδίο καταναγκασμού. Και αυτό αποτελεί ήττα όχι μόνο για μία πλευρά, αλλά για την Ορθοδοξία συνολικά.
Η Ορθοδοξία δεν αντιλαμβάνεται την ενότητα ως διοικητική ρύθμιση αλλά ως ευχαριστιακή και πνευματική κοινωνία. Όταν δύο επίσκοποι διεκδικούν την ίδια έδρα, δύο «εκκλησίες» τελούν χωριστά μυστήρια στον ίδιο χώρο, και η μία επικαλείται την κρατική ισχύ για να επιβληθεί σε βάρος της άλλης, τότε η Εκκλησία παύει να είναι χώρος συμφιλίωσης και μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης.
Εδώ βρίσκεται και το πιο βαρύ πνευματικό φορτίο της απόφασης: ακόμη κι αν υπήρχαν κανονικά επιχειρήματα, το αποτέλεσμα ήταν η διάρρηξη της εκκλησιαστικής ειρήνης. Αυτό ακριβώς ήταν που φοβόταν και προειδοποιούσε ο Αναστάσιος Αλβανίας: ότι η απουσία πανορθόδοξης συναίνεσης θα οδηγούσε όχι σε θεραπεία, αλλά σε εμβάθυνση του σχίσματος.
Ζ.- Ποιο είναι το πνευματικό νόημα του σχίσματος;
Εδώ η Ορθοδοξία είναι αμείλικτη – και προς όλες τις πλευρές.
α) Το σχίσμα δεν είναι «δικαίωση». Στην Στην ορθόδοξη θεολογία: το σχίσμα δεν δικαιώνει κανέναν, ακόμη κι αν κάποιος έχει κανονικά επιχειρήματα. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει (σε ελεύθερη απόδοση): «Ούτε το αίμα του μαρτυρίου δεν ξεπλένει το σχίσμα». Δηλαδή: το σχίσμα είναι πνευματική αποτυχία, όχι νίκη.
β) Το σχίσμα είναι ρήξη κοινωνίας, όχι απλώς διαφωνία. Η Εκκλησία δεν είναι ιδεολογική λέσχη ούτε διοικητικός οργανισμός. Είναι ευχαριστιακή κοινωνία. Όταν αυτή σπάει, η αλήθεια παύει να λειτουργεί σωτηριολογικά, η κανονικότητα χάνει το θεραπευτικό της νόημα, και η Εκκλησία κινδυνεύει να μοιάσει με «θεσμό εξουσίας». Γι’ αυτό και το σχίσμα θεωρείται βαρύτερο από αίρεση: η αίρεση πληγώνει την αλήθεια, το σχίσμα πληγώνει την αγάπη.
γ) Το πνευματικό μήνυμα του σημερινού σχίσματος. Αν το δούμε με πνευματικούς όρους (και όχι προπαγανδιστικούς), το σχίσμα λέει κάτι σκληρό σε όλους. Στο Φανάρι, ότι η κανονική εξουσία χωρίς συναίνεση γίνεται εξουσία χωρίς ειρήνη. Στη Μόσχα, ότι η υπεράσπιση της «κανονικής επικράτειας» με κρατική ισχύ ακυρώνει το Ευαγγέλιο. Σε όλους μας, ότι η Εκκλησία, όταν μπαίνει στη λογική γεωπολιτικών νικών, χάνει την πνευματική της μαρτυρία.
Ποιος χρεώνεται λοιπόν το σχίσμα; Η ευθύνη δεν είναι συμμετρική, αλλά πραγματική.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο φέρει την πρωτογενή θεσμική ευθύνη, καθώς προχώρησε μονομερώς σε πράξη πανορθόδοξης εμβέλειας και ενώ γνώριζε ότι σημαντικό μέρος της της Ορθοδοξίας δεν το αποδεχόταν.
Η Μόσχα φέρει τη δευτερογενή και κλιμακωτή ευθύνη, καθώς επέλεξε τη διακοπή ευχαριστιακής κοινωνίας, γενίκευσε τη ρήξη και τη συνέδεσε άμεσα με κρατική, εθνική και πολεμική ρητορική.
Το ουκρανικό κράτος και οι τοπικοί μηχανισμοί φέρουν βαριά ποιμαντική ευθύνη, μετατρέποντας το σχίσμα σε καταναγκασμό με αφαιρέσεις ναών, διώξεις κληρικών, περιορισμό της εκκλησιαστικής ζωής των αντίθετων.
Με απλά λόγια: το Φανάρι άνοιξε την πληγή, η Μόσχα αρνήθηκε οποιαδήποτε θεραπεία και την έκανε μόνιμη. Στην Ορθοδοξία, όμως, το σχίσμα δεν δικαιώνει κανέναν. Είναι πνευματική αποτυχία όλων.
Η.- Υπάρχει θεολογική οδός εξόδου από το σχίσμα;
Ναι, υπάρχει. Αλλά είναι στενή, επώδυνη και πολιτικά ασύμφορη για όλους. Γι’ αυτό και μέχρι τώρα αποφεύγεται. Η Ορθοδοξία δεν θεραπεύει τα σχίσματα με νίκες, δικαστικές αποφάσεις, ή «τετελεσμένα». Τα θεραπεύει μόνο με μετάνοια, αναστολή ισχύος και κοινή διάκριση.
Για τη θεραπεία πρέπει να πληρωθούν πέντε προϋποθέσεις:
1) Πρώτη προϋπόθεση: αναγνώριση του σχίσματος ως πνευματικής αποτυχίας. Όχι ως «γεωπολιτική αναγκαιότητα», «κανονική δικαίωση» ή «ιστορική επιτυχία». Αλλά ως αποτυχία της Εκκλησίας να διαφυλάξει την ενότητα. Αν καμία πλευρά δεν πει έστω σιωπηρά: «αμαρτήσαμε κατά της ενότητας», τότε δεν υπάρχει εκκλησιαστική λύση, μόνο διπλωματική διαχείριση. Χωρίς αυτό, όλα τα επόμενα είναι προσχήματα.
2) Δεύτερη προϋπόθεση: αναστολή επιβολής – όχι άρση θέσεων. Θεολογικά κρίσιμο σημείο: Η Εκκλησία δεν απαιτεί να αλλάξει αμέσως κανείς άποψη, αλλά απαιτεί να σταματήσει η επιβολή. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι στην Ουκρανία θα γίνει αναστολή κάθε κρατικής πίεσης, πάγωμα αφαιρέσεων ναών, θα εξασφαλιστεί πλήρης ελευθερία ύπαρξης και των δύο εκκλησιαστικών σωμάτων. Αυτό είναι ελάχιστο ευαγγελικό όριο. Χωρίς αυτό: η «ενότητα» θα είναι απλώς επικράτηση.
3) Τρίτη προϋπόθεση: πανορθόδοξη διαδικασία χωρίς προαπαιτούμενο «δικαίωσης». Εδώ βρίσκεται το μεγάλο εμπόδιο. Μια αληθινή πανορθόδοξη σύναξη δεν μπορεί να γίνει αν το Φανάρι προσέρχεται ζητώντας εκ των προτέρων αποδοχή του αυτοκεφάλου, ή η Μόσχα προσέρχεται ζητώντας εκ των προτέρων ακύρωσή του. Η μόνη εκκλησιολογικά σωστή βάση είναι: «ερχόμαστε όχι για να δικαιωθούμε αλλά για να θεραπευθούμε». Αυτό είναι πνευματικά τεράστιο και πολιτικά επώδυνο.
4) Τέταρτη προϋπόθεση: θεολογική επανεξέταση του ίδιου του μοντέλου εξουσίας. Το σχίσμα έφερε στην επιφάνεια ένα βαθύτερο πρόβλημα: Τι σημαίνει πρωτείο; Τι σημαίνει αυτοκεφαλία; Πότε η κανονικότητα παύει να είναι θεραπεία και γίνεται μηχανισμός ισχύος; Αν αυτά δεν επανεξεταστούν συνοδικά, το πρόβλημα δεν θα λυθεί. Απλώς θα μεταφερθεί αλλού (Βαλτική, Αφρική, Βαλκάνια). Το σημερινό σχίσμα είναι προειδοποίηση, όχι εξαίρεση.
5) Πέμπτη προϋπόθεση: το τελευταίο και δυσκολότερο, μετάνοια χωρίς νικητές. Η Ορθοδοξία γνωρίζει ότι η αλήθεια δεν θριαμβεύει με ήττες άλλων, αλλά με ταπείνωση όλων. Αυτό σημαίνει –ωμά αλλά αληθινά: Το Φανάρι να δεχθεί ότι η μονομέρεια τραυμάτισε την ενότητα. Η Μόσχα να δεχθεί ότι κρατικοποίησε την Εκκλησία. Και οι τοπικές, ανά τον κόσμο, ορθόδοξες εκκλησίες να δεχθούν ότι σιώπησαν για λόγους φόβου ή συμφέροντος.
Χωρίς αυτή τη συλλογική μετάνοια, δεν υπάρχει εκκλησιολογική έξοδος, μόνο διαχείριση ενός μόνιμου τραύματος.
Θ.- Υπάρχουν ιστορικά προηγούμενα θεραπείας σχισμάτων;
Ναι. Και μάλιστα σχισμάτων εξίσου πικρών. Κανένα δεν λύθηκε «γρήγορα» ή «καθαρά». Όλα λύθηκαν όταν εγκαταλείφθηκε η λογική της νίκης.
1) Το σχίσμα Φαναρίου – Βουλγαρικής Εκκλησίας (1872–1945)
Η Βουλγαρική Εκκλησία κηρύχθηκε σχισματική το 1872 λόγω του εθνοφυλετισμού. Το σχίσμα κράτησε 73 χρόνια. Το θεράπευσε, όχι η δικαίωση της μίας πλευράς, όχι η πλήρης «μετάνοια» της άλλης, αλλά η κοινή αναγνώριση ότι η διαίρεση είχε καταστεί πνευματικά αβάστακτη. Το Φανάρι αναγνώρισε την αυτοκεφαλία χωρίς να ακυρώσει πλήρως την αρχική του κρίση, και η Βουλγαρική Εκκλησία αποδέχθηκε την αποκατάσταση χωρίς θριαμβολογία. Καμία πλευρά δεν «κέρδισε». Κέρδισε η ενότητα.
2) Το σχίσμα Μόσχας – Γεωργίας (1917–1943)
Η Γεωργιανή Εκκλησία ανακήρυξε αυτοκεφαλία μονομερώς το 1917. Η Μόσχα την αρνήθηκε επί δεκαετίες. Η αποκατάσταση ήρθε, χωρίς να αναιρεθούν πλήρως οι αρχικές θέσεις, εν μέσω γεωπολιτικών πιέσεων (Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος), με σιωπηρή αμοιβαία υποχώρηση. Το σχίσμα έληξε όχι με δικαστική κρίση, αλλά με εκκλησιαστική συγκατάβαση.
3) Το «μικρό αλλά διδακτικό» σχίσμα της Εσθονίας (1996)
Η αντιπαράθεση Φαναρίου–Μόσχας για την Εσθονία οδήγησε σε διακοπή κοινωνίας. Η δοθείσα λύση δεν έλυσε μεν το κανονικό ζήτημα πλήρως, αλλά επέτρεψε τη συνύπαρξη δύο δομών χωρίς αμοιβαίο αποκλεισμό. Η Εκκλησία προτίμησε ειρήνη με ασάφεια, παρά καθαρότητα με ρήξη.
Συμπέρασμα: Η Ορθοδοξία δεν θεραπεύει σχίσματα με απόλυτες λύσεις, αλλά με υπομονή, σιωπηρές υπαναχωρήσεις και κοινή φροντίδα για το σώμα.
Ι.- Ποιο είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο σήμερα; (και γιατί δεν είναι θεολογικό)
Το μεγαλύτερο εμπόδιο δεν είναι τα κανονικά επιχειρήματα. Είναι κάτι βαθύτερο και πιο επικίνδυνο: η ταύτιση της εκκλησιαστικής αλήθειας με την πολιτική επιβίωση.
Θα το πω ωμά. Το Φανάρι φοβάται την υποχώρηση Όχι θεολογικά – υπαρξιακά. Αν φανεί ότι «υποχωρεί», φοβάται ότι θα χάσει τον οικουμενικό/συντονιστικό του ρόλο, θα ακυρωθεί το πρωτείο ευθύνης, θα δημιουργηθεί προηγούμενο αμφισβήτησης. Έτσι, η αυτοκεφαλία της Ουκρανίας γίνεται ζήτημα κύρους, όχι μόνο κανονικότητας.
Η Μόσχα πάλι φοβάται την ήττα. Όχι εκκλησιαστικά – γεωπολιτικά. Η Ουκρανία δεν είναι απλώς «μία Εκκλησία». Είναι ο πυρήνας της ρωσικής εκκλησιαστικής ταυτότητας (Κίεβο = βάπτισμα των Ρως). Υποχώρηση εδώ σημαίνει αποδοχή ότι η «Τρίτη Ρώμη» δεν είναι αυτονόητο κέντρο. Και αυτό είναι αδιανόητο για το σημερινό ρωσικό αφήγημα.
Οι άλλες τοπικές Εκκλησίες φοβούνται το κόστος. Οι περισσότερες τοπικές Εκκλησίες βλέπουν το πρόβλημα, κατανοούν τον κίνδυνο, αλλά σιωπούν. Γιατί; Πολλές οι αιτίες: φόβος ρήξης, οικονομικές εξαρτήσεις, πολιτικές πιέσεις. Η σιωπή αυτή είναι θεολογικά βαρύτατη.
Το τραγικό παράδοξο λοιπόν είναι ότι όλοι μιλούν στο όνομα της Εκκλησίας, αλλά κανείς δεν τολμά το κόστος της Εκκλησίας. Και το κόστος είναι απώλεια κύρους, απώλεια επιρροής, απώλεια ελέγχου. Χωρίς αυτά, όμως δεν υπάρχει σταυρός, άρα ούτε ανάσταση.
ΙΑ.- Καταληκτικός στοχασμός
Το σημερινό σχίσμα δεν είναι απλώς σύγκρουση Φαναρίου και Μόσχας. Είναι καθρέφτης. Δείχνει τι συμβαίνει όταν η κανονικότητα αποσπάται από την αγάπη και η αλήθεια από την ενότητα. Στην ορθόδοξη παράδοση, το σχίσμα δεν ξεπερνιέται με δικαίωση αλλά με μετάνοια. Όχι ατομική μόνο, αλλά συλλογική. Όταν όλοι δεχθούν να χάσουν κάτι – κύρος, έλεγχο, βεβαιότητες – τότε μόνο μπορεί να ξαναγεννηθεί η κοινωνία. Μέχρι τότε, το σχίσμα παραμένει ανοιχτή πληγή. Και ίσως, όσο οδυνηρό κι αν είναι, αυτή η πληγή να είναι η τελευταία υπενθύμιση ότι η Εκκλησία υπάρχει όχι για να κυβερνά τον κόσμο, αλλά για να τον θεραπεύει.