Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

φωνάξετε δυνατά τρεις φορές: «Ματρώνουσκα, βοήθησέ με!». Θα σας ακούσει και θα βοηθήσει.

 

Ἡ Ἁγία Ματρώνα Ἀνεμνιάσεβσκαγια στὴν πόλη Κασίμοβ τῆς ἐπισκοπῆς Ριαζάν
Ἑορτάζει στὶς 29 Ἰουλίου
Ὁσία Ματρώνα Ἀνεμνιάσεβσκαγια (τοῦ Ἀνεμνιάσεβο), φωνάξετε δυνατὰ τρεῖς φορές: «Ματρώνουσκα, βοήθησέ με!». Θὰ σᾶς ἀκούσει καὶ θὰ βοηθήσει.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ΄.
«Ἐν σοὶ Μῆτερ ἀκριβῶς διεσώθη τὸ κατ’ εἰκόνα· λαβοῦσα γὰρ τὸν Σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καὶ πράττουσα ἐδίδασκες ὑπερορᾶν μὲν σαρκὸς παρέρχεται γάρ, ἐπιμελεῖσθαι δὲ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτου· διὸ καὶ μετὰ Ἀγγέλων συναγάλλεται Ἁγία Ματρώνα τὸ πνεῦμά σου.»
Ἡ ὁσία Ματρώνα Ἀνεμνιάσεβσκαγια (τοῦ Ἀνεμνιάσεβο)
Ἡ Ματρώνα Μπελιακόβα γεννήθηκε στὶς 6 Νοεμβρίου 1864 στὸ χωριὸ Ἀνεμνιάσεβο τῆς περιφέριας τοῦ Κασίμοβ τοῦ νομοῦ της Ριαζὰν σὲ μιὰ φτωχὴ πολύτεκνη οἰκογένεια. Ἦταν τὸ τέταρτο παιδὶ τῆς οἰκογένειας. Ὅταν ἡ Ματρώνα ἔγινε ἑπτὰ χρονῶν, πέρασε εὐλογιά. Μετὰ ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἀρρώστια τὸ κορίτσι ἔχασε τὴν ὅρασή της. Οἱ γονεῖς Γρηγόριος καὶ Εὐδοκία ἀπὸ τὴ συνεχῆ φτώχεια καὶ τὴ σκληρὴ δουλειά, σκληρύνθηκαν καὶ οἱ καρδιές τους κι ἔδερναν συχνὰ τὴν τυφλή τους κόρη. Ὁ πατέρας μεθοῦσε ὅλο καὶ πιὸ συχνά. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ σκληρὰ κτυπήματα τὸ κοριτσάκι ἔχασε καὶ τὴν ἱκανότητα νὰ κουνιέται.
Ἀπὸ τὰ ἀπομνημονεύματα τῆς Ὁσίας Ματρώνας:
Μιὰ μέρα, ὅταν ἤμουνα 10 χρονῶν, φρόντιζα ὡς συνήθως τὴν μικρή μου ἀδερφή, καὶ ἡ μάνα ἔφυγε γιὰ τὸ ποτάμι. Ἄθελά μου, μοῦ ἔπεσε ἡ ἀδερφούλα ἀπ’ τὰ χέρια. Τρόμαξα πολὺ καὶ ἄρχισα νὰ κλαίω. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ γύρισε ἡ μάνα. Μὲ ἅρπαξε καὶ ἄρχισε νὰ μὲ δέρνει. Μὲ ἔδερνε, ἔδερνε, ἔδερνε ὥστε μὲ ἔπιασε ἀδυναμία καὶ ξαφνικὰ εἶδα μπροστά μου τὴν Παναγία. Τὸ εἶπα στὴ μάνα μου, αὐτὴ ὅμως ἄρχισε πάλι νὰ μὲ δέρνει ἀκόμα πιὸ δυνατά... ἡ Παναγία ἦρθε τρεῖς φορές.
Μετὰ ἀπ’ αὐτὸ μὲ δυσκολία πῆγα πίσω ἀπὸ τὴ σόμπα καὶ ἔμεινα ἐκεῖ ξαπλωμένη ὡς τὸ πρωί. Τὸ πρωὶ μὲ φωνάζουν νὰ φάω κρέπες, ἐγὼ ὅμως δὲν μποροῦσα νὰ σηκωθῶ: τὰ πόδια δὲν κινιόντουσαν, τὰ χέρια ἦταν σὰν τσακισμένα καὶ τὸ σῶμα πονοῦσε. Ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα δὲν μποροῦσα νὰ περπατάω πιά, οὔτε νὰ κάθομαι, ἤμουνα μόνο ξαπλωμένη...
Ἡ μάρτυς ἔμεινε στὸ πατρικό της σπίτι μέχρι 17 χρονῶν. Ὅλο αὐτὸ τὸν καιρὸ περνοῦσε μὲ ὑπομονὴ τὶς θλίψεις καὶ προσβολές, βρίσκοντας τὴ μόνη παρηγοριὰ στὰ ἀγαπημένα λόγια τῆς Παναγίας καὶ στὴν προσευχή. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ Ἀνεμνιάσεβο τὴ συμπονοῦσαν κι ἔδειχναν μεγάλο σεβασμὸ σ’ αὐτήν.
Μιὰ φορὰ ἕνας χωριάτης ζήτησε τὴ βοήθεια ἀπὸ τὴ Ματρώνα:
Ματριῶσα, εἶσαι ξαπλωμένη ἐδῶ καὶ ἀρκετὰ χρόνια, λοιπὸν ὁ Θεὸς πρέπει νὰ εἶναι εὐχαριστημένος μαζί σου. Ἡ πλάτη μου πονάει καὶ δὲν μπορῶ νὰ πριονίζω. Ἄγγιξε την, ἴσως νὰ περάσει ὁ πόνος. Δὲν ξέρω τί νὰ κάνω, ἔκαμα θεραπεία, ἀλλὰ οἱ γιατροὶ δὲν μποροῦν νὰ βοηθήσουν.
Ἡ Ματρώνα ἱκανοποίησε τὴν παράκλησή του καὶ ὁ πόνος ἔφυγε.
Μετὰ ἀπ’ αὐτὴν τὴ θαυμαστὴ ἴαση τὸ νέο γιὰ τὴν ἐκλεκτὴ τοῦ Θεοῦ μαθεύτηκε σ’ ὅλη τὴν περιοχή. Στὴν ὁσία Ματρώνα ἐρχόταν γιὰ νὰ ζητήσουν τὴ βοήθειά της ὄχι μόνο οἱ συγχωριανοί της, ἀλλὰ καὶ κάτοικοι ἄλλων χωριῶν. Ὁ καθένας ἔφερνε διάφορες δωρεές, ἀλλὰ ὁ πατέρας της ἔπαιρνε τὰ πάντα καὶ τὰ ξόδευε γιὰ καπνὸ ἢ βότκα .
Ὅταν πέθαναν οἱ γονεῖς της, ἡ Ματρώνα πέρασε πολλὲς θλίψεις ἀπὸ τὰ ἀδέρφια της. Κάποια στιγμὴ ὁ εὐσεβὴς κι εὐγενικὸς ἀνιψιός της, ὁ Ματθαῖος, τῆς πρότεινε νὰ μείνει στὸ σπίτι του. Ἡ ὅσια δέχτηκε μὲ εὐχαρίστηση. Στὸ σπίτι τοῦ ἀνιψιοῦ της ἡ ὁσία Ματρώνα εἶχε τὸ δικό της μικρὸ δωματιάκι μὲ ἕνα μικρὸ παιδικὸ κρεβατάκι. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἀνακούφιση δὲν κράτησε πολύ. Τὰ παιδιὰ τοῦ Ματθαίου μεγάλωσαν καὶ ἄρχισαν νὰ ἐνοχλοῦνται μὲ τὴν παρουσία της, γιατί συγγενεῖς καὶ οἱ χωρικοὶ ἄρχισαν νὰ τοὺς γελοῦν καὶ νὰ τοὺς κοροϊδεύουν ἐξ’ αἰτίας της.
Ὅταν ζοῦσε στὸ σπίτι τῶν γονιῶν της, κάθε καλοκαίρι, ὅταν εἶχε πολὺ ζέστη τὴν ἔβαζαν συνήθως στὴν αὐλὴ καὶ ἔτσι ἔμεινε ἐκεῖ ὡς τὸ χειμῶνα. Καὶ ποτὲ δὲν ζητοῦσε νὰ τὴν φέρουν πίσω στὴν καλύβα ὅταν ἔρχονταν τὸ κρύο.
Ἡ Ὅσια Ματρώνα θυμόταν:
Μιὰ φορὰ τὸν Ὀκτώβρη ἤμουνα ξαπλωμένη στὴν βεράντα. Τὴ νύχτα ἔβρεξε πολύ. Τὸ νερὸ περνοῦσε τὴ στέγη καὶ ἔτρεχε ἐπάνω μου καὶ ἔγινα μούσκεμα. Τὸ πρωὶ ἔκανε παγωνιὰ καὶ κρύωσα τόσο πολύ, ποὺ ὅλα τὰ ροῦχα μου πάγωσαν.
Ἡ Ματρώνα ἦταν ἐμφανισιακὰ τόσο μικρή, ποὺ φαινόταν σὰν 10 χρονῶν παιδί. Κανεὶς δὲν ξέρει πῶς προσευχόταν στὸν Θεό. Ἀλλα ὅλοι ἤξεραν ὅτι γνώριζε ἀπὸ καρδιᾶς πολλὲς προσευχὲς καὶ πολλοὺς ἀκαθιστους καὶ ἐκκλησιαστικοὺς ὕμνους.
Τοὐλάχιστον μία φορὰ τὸ μῆνα ἡ ὅσια Ματρώνα καλοῦσε τὸν παπᾶ τῆς ἐνορίας καὶ κοινωνοῦσε. Ἡ ἡμέρα τῆς Θείας Κοινωνίας ἦταν γιὰ αὐτὴν ἡ πιὸ χαρούμενη μέρα. Ὁ πνευματικὸς τῆς ἦταν ὁ Ἱερέας Ἀλέξανδρος Ὀρλόφ, ποὺ ἀργότερα δοξάστηκε ὡς νέος μάρτυρας.
Εἶναι γνωστό, ὅτι ἡ ὅσια Ματρώνα σταμάτησε νὰ τρώει κρέας ἀπὸ τὴν ἡλικία τῶν δεκαεπτὰ ἐτῶν. Νήστευε ὅλες τις Δευτέρες, Τετάρτες καὶ Παρασκευές. Δὲν ἔτρωγε σχεδὸν τίποτα κατὰ τὴ διάρκεια τῶν νηστειῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἢ ἔτρωγε πολὺ λίγο.
Ἡ ὅσια Ματρώνα σεβόταν πολὺ τὴν Ἱερουσαλήμ, τὰ μοναστήρια Ντιβέεβο καὶ Σαρώβ. Πάντα συμβούλευε τοὺς εὐσεβεῖς ἐπισκέπτες της νὰ πᾶνε στὸ Diveyevo καὶ τὸ Sarov. Θεωροῦσε, ὅτι αὐτὰ τὰ μέρη ἔχουν ἰδιαίτερη τὴν παρουσία τῆς χάρης Θεοῦ κι οἱ προσευχές τους ἐκεῖ θὰ ἀπαντηθοῦν.
Γνώριζε πολλοὺς ἁγίους καὶ εὐσεβεῖς ἀνθρώπους, διασκορπισμένους σὲ ὅλη τὴ ρωσικὴ γῆ, καὶ ἦταν σὲ εὐλογημένη ἐσωτερικὴ ἐπικοινωνία μαζί τους, ἂν καὶ δὲν τοὺς εἶχε εἶδε ποτὲ οὔτε εἶχε μιλήσει μαζί τους.
Ἡ στάριτσα μὲ τὸν ἐσωτερικὸ φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔβλεπε ὅλες τὶς πνευματικὲς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἐρχόταν σ’ αὐτήν. Τοὺς κατεύθυνε, τοὺς καθοδηγοῦσε. Τοὺς ἀποκάλυπτε ἁμαρτίες καὶ ἐλαττώματα, ἀλλὰ ταυτόχρονα ἐνθάρρυνε καὶ παρηγοροῦσε τοὺς ἀνθρώπους στὶς δύσκολες στιγμὲς τῆς ζωῆς τους. Ἀπὸ τὶς προσευχὲς τῆς ὁσίας Ματρώνας οἱ ἄνθρωποι γιατρευόταν ἀπὸ βαριὲς ἀσθένειες, ἀπὸ τὴν μέθη, ἀπὸ δαιμονικὲς ἐπήρειες, ἀπὸ ψυχικὲς καὶ πνευματικὲς νόσους.
Ἡ ἴαση τῆς Ἄννας:
Ἡ 19 χρονῶν Ἄννα, ἡ ὁποία μπῆκε στὸ κόμμα παρὰ τὴ θέληση τῶν πιστῶν γονιῶν της, ξαφνικὰ παρέλυσαν ἕνα πόδι καὶ ἕνα χέρι. Ἕξι ἑβδομάδες ἡ κοπέλα ἦταν ξαπλωμένη στὸ σπίτι της, ἀκίνητη. Οἱ γιατροὶ δὲν μποροῦσαν νὰ τὴ βοηθήσουν. Ἡ μάνα πῆγε τὴν κόρη της στὴ στάριτσα. Ὅταν ἡ ὁσία Ματρώνα ἄλειψε τὴν κοπέλα μὲ λάδι ἀπὸ τὴν καντήλα της, ἡ Ἄννα ἄρχισε νὰ γίνεται σιγά-σιγά καλά. Ἄρχισε νὰ περπατάει, ἀλλὰ δὲν ἔγινε ἐντελῶς καλά. Ἡ πλήρης θεραπεία ἦλθε μόνο μετὰ ἀπὸ τὴν ἐπίσκεψη τῆς στὸ μοναστήρι τοῦ Ντιβέεβο, ποὺ πῆγε μαζὶ μὲ τὴν μητέρα της μὲ τὴν εὐλογία της στάριτσας. Στὸ Diveyevo, ἐπισκέφτηκαν τὴν ὁσία Μαρία Ἰβάνοβνα καὶ μπῆκε στὴν πηγὴ τοῦ Ἁγίου Σεραφείμ. Ὕστερα ἀπ’αυτό ἡ Ἄννα ἀπέκτησε βαθιὰ πίστη στὸν Θεό.Από τὰ ἀπομνημονεύματα τοῦ ἐπισκόπου τῆς Καλούγκα Στεφάνου:
Τὰ χρόνια τῆς δεκαετίας 30-40 μὲ ἔκλεισαν στὸ στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Ἐκεῖνα τὰ χρόνια ἤμουνα γιατρὸς καὶ μοῦ ἀνάθεσαν στὸ στρατόπεδο τὴ διεύθυνση τοῦ ἰατρείου. Οἱ περισσότεροι κρατούμενοι βρισκόταν σὲ τόσο δύσκολη κατάσταση, ὥστε ἡ καρδιά μου δὲν ἄντεχε. Μερικοὺς ἀπ’ αὐτοὺς ἀπελευθέρωνα ἀπὸ τὴ δουλειὰ καὶ γιὰ νὰ βοηθήσω κάπως τοὺς πιὸ ἀδύναμους τοὺς ἔστελνα στὸ νοσοκομεῖο.
Μιὰ μέρα ἡ νοσοκόμα, ποὺ δούλευε μαζί μου (καὶ αὐτὴ ἦταν κρατούμενη στὸ στρατόπεδο συγκεντρώσεως) μοῦ εἶπε:
Γιατρέ, ἔχω μάθει, ὅτι σᾶς κατάγγειλαν. Λένε, ὅτι εἶστε πολὺ καλόψυχος σχετικὰ μὲ τοὺς κρατούμενους καὶ ἀπειλεῖστε μὲ παράταση τῆς παραμονῆς σας στὸ στρατόπεδο συγκεντρώσεως γιὰ ἄλλα 15 χρόνια.
Ἡ νοσοκόμα ἦταν σοβαρὸς ἄνθρωπος, πληροφορημένη γιὰ τὸ τί γινόταν στὸ στρατόπεδο συγκεντρώσεως, γι΄ αὐτὸ μόλις ἄκουσα αὐτὸ ποὺ εἶπε, μὲ ἔπιασε φόβος. Μὲ καταδίκασαν 3 χρόνια, τὰ ὁποῖα κόντευαν νὰ τελειώσουν, καὶ ξαφνικὰ ἄλλα 15 χρόνια! Δὲν κοιμήθηκα ἐκείνη τὴ νύχτα καὶ ὅταν ἦρθα στὸ ἰατρεῖο τὸ πρωί, ἡ νοσοκόμα κούνησε τὸ κεφάλι της μὲ στεναχώρια, ὅταν εἶδε τὸ πρόσωπό μου ξάγρυπνο καὶ μαραζωμένο.
Μετὰ τὴ δουλειὰ ἡ νοσοκόμα μου εἶπε διστακτικά:
Γιατρέ, θέλω νὰ σᾶς δώσω μιὰ συμβουλή, ἀλλὰ φοβᾶμαι, ὅτι θὰ μὲ περιγελάσετε.
Πεῖτε μου, τῆς εἶπα.
Στὴν πόλη, ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχομαι, μένει μιὰ γυναῖκα, ποὺ τὴν λένε Ματρώνουσκα. Ὁ Θεός της ἔδωσε τὴν ἰδιαίτερη δύναμη τῆς προσευχῆς. Ἂν ἀρχίζει νὰ προσεύχεται γιὰ κάποιον, αὐτὸς σώζεται. Πολλοὶ ἄνθρωποι ἀπευθύνονται σ’ αὐτήν, δὲν ἀρνιέται τὴ βοήθεια σὲ κανέναν, νὰ τὴν παρακαλέσετε καὶ ἐσεῖς.
Γέλασα θλιμμένα.
Μέχρι νὰ φτάσει τὸ γράμμα μοῦ σ’ αὐτήν, θὰ προλάβουν νὰ μὲ καταδικάσουν γιὰ 15 χρόνια.
Δὲν χρειάζεται νὰ τῆς γράψετε, νὰ τὴν φωνάξετε μόνο..., εἶπε ἡ νοσοκόμα ντροπαλά.
Νὰ τὴν φωνάξω; Ἀπὸ δῶ; Μὰ μένει σὲ ἀπόσταση ἑκατὸ χιλιομέτρων ἀπὸ μᾶς!
Τὸ ἤξερα, ὅτι θὰ μὲ περιγελάσετε. Αὐτὴ ἀκούει ὅμως ἀπὸ παντοῦ, καὶ ἐσᾶς θὰ σᾶς ἀκούσει. Μπορεῖτε νὰ κάνετε ἔτσι: τὸ βράδυ, ὅταν θὰ βγεῖτε γιὰ βόλτα, νὰ μείνετε λίγο πίσω ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ νὰ φωνάξετε δυνατὰ τρεῖς φορές: «Ματρώνουσκα, βοήθησέ με, ἔπαθα συμφορά!». Θὰ σᾶς ἀκούσει καὶ θὰ βοηθήσει.
Ὅλα αὐτά μου φαινόταν περίεργα, καὶ ὅμως ὅταν βγήκαμε γιὰ βραδινὴ βόλτα, ἔκανα ἔτσι, ὅπως μοῦ εἶπε ἡ βοηθός μου.
Πέρασε μιὰ μέρα, μιὰ βδομάδα, ἕνας μῆνας. Κανένας δὲν μὲ καλοῦσε. Ἐν τῷ μεταξὺ ἀνάμεσα στὴ διοίκηση τοῦ στρατοπέδου συγκεντρώσεως ἔγιναν ἀλλαγές: ἕναν ἀπόλυσαν, κι ἄλλον διόρισαν σὲ ἄλλο στρατόπεδο.
Πέρασε ἀκόμα μισὸς χρόνος καὶ ἦρθε ἡ μέρα τῆς ἀπελευθέρωσής μου. Παίρνοντας τὰ ἔγγραφα ἀπὸ τὸ φρουραρχεῖο, τοὺς παρακάλεσα νὰ μοῦ γράψουν τὸ διορισμὸ σ’ αὐτὴν τὴν πόλη, ποὺ ἔμεινε ἡ Ματρώνουσκα, διότι ἔδωσα ὑπόσχεση πρὶν ζητήσω τὴ βοήθειά της, ἂν θὰ μὲ βοηθήσει, θὰ λέω γι’ αὐτὴν ἕναν καλὸ λόγο κάθε μέρα ὅταν προσεύχομαι, καὶ ὅταν θὰ βγῶ ἀπὸ τὸ στρατόπεδο συγκεντρώσεως, τὸ πρῶτο ποὺ θὰ κάνω εἶναι νὰ πάω σ’ αὐτὴν νὰ τὴν εὐχαριστήσω.
Βάζοντας τὰ ἔγγραφα στὴν τσέπη μου, ἄκουσα, ὅτι δύο νέοι ποὺ ἀπελευθερώθηκαν μαζὶ μοῦ πήγαιναν σ’ ἐκείνη τὴν πόλη. Πῆγα μαζί τους.
Στὸ δρόμο ἄρχισα νὰ τοὺς ρωτάω ἂν γνωρίζουν τὴ Ματρώνουσκα.
Τὴν γνωρίζουμε πολὺ καλά. Ὅλοι τὴν γνωρίζουν στὴν πόλη καὶ σ’ ὅλη τὴν περιοχή. Θὰ μπορούσαμε νὰ σᾶς πᾶμε σ’ αὐτήν, ἀλλὰ δὲν μένουμε στὴν πόλη, μένουμε στὸ χωριὸ καὶ θέλουμε πολὺ νὰ φτάσουμε σπίτι πιὸ γρήγορα. Ἐσεῖς μπορεῖτε νὰ κάνετε τὸ ἑξῆς: ὅταν θὰ φτάσετε, ρωτῆστε τὸν πρῶτο ἄνθρωπο ποὺ θὰ δεῖτε, ποῦ μένει ἡ Ματρώνουσκα, καὶ θὰ σᾶς δείξει.
Μόλις ἔφτασα, ἔκανα ἔτσι ὅπως μοῦ εἶπαν: ρώτησα τὸ πρῶτο ἀγόρι, ποὺ συνάντησα στὸ δρόμο.
Νὰ ἀκολουθήσετε αὐτὸν τὸ δρόμο -μοῦ εἶπε- μετὰ νὰ στρίψετε δίπλα στὸ ταχυδρομεῖο στὴν πάροδο, ἐκεῖ στὸ τρίτο σπίτι ἀριστερὰ μένει ἡ Ματρώνουσκα.
Πλησίασα τὸ σπίτι της μὲ ἀνησυχία καὶ μόλις ἤθελα νὰ χτυπήσω τὴν πόρτα, πρόσεξα ὅτι δὲν ἦταν κλειδωμένη καὶ τὴν ἄνοιξα. Ἐβρισκόμενος στὸ κατώφλι, κοίταξα μέσα στὸ δωμάτιο, ποὺ ἦταν σχεδὸν ἄδειο. Στὴ μέση στεκόταν ἕνα τραπέζι καὶ πάνω στὸ τραπέζι ὑπῆρχε ἕνα σχετικὰ μεγάλο κιβώτιο.
Μπορῶ νὰ μπῶ; ρώτησα δυνατά.
Μπές, Σεργιούλη, ἀκούστηκε μιὰ φωνὴ ἀπὸ τὸ κιβώτιο.
Τρόμαξα ἀπὸ τὸ ἀναπάντεχο καὶ πῆγα ἀναποφάσιστα στὴ φωνή. Ὅταν κοίταξα μέσα στὸ κιβώτιο, εἶδα ἐκεῖ μιὰ μικρὴ τυφλὴ γυναῖκα, ποὺ ἦταν ξαπλωμένη ἀκίνητη. Τὸ πρόσωπό της ἦταν πολὺ φωτεινὸ καὶ τρυφερό. Τὴν χαιρέτησα καὶ ρώτησα:
Ἀπὸ ποῦ ξέρετε τὸ ὄνομά μου;
Πῶς μπορῶ νὰ μὴν τὸ ξέρω! ἤχησε ἡ ἀδύναμη, ἀλλὰ πολὺ καθαρὴ φωνή της. Μὲ φώναξες καὶ προσευχόμουνα γιὰ σένα, γι’ αὐτὸ τὸ ξέρω. Κάθισε νὰ σὲ φιλοξενήσω!
Πολλὲς ὧρες πέρασα στὴ Ματρώνουσκα. Μοῦ εἶπε, ὅταν ἦταν μικρή, ἀρρώστησε βαριὰ καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἀρρώστια σταμάτησε νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ κουνιέται. Ἡ οἰκογένειά της ἦταν φτωχή. Ἡ μητέρα της πηγαίνοντας γιὰ δουλειὰ τὴν ἔβαζε στὸ κιβώτιο καὶ ἔτσι τὴν ἄφηνε στὴν ἐκκλησία ὡς ἀργὰ τὸ βράδυ. Βρίσκοντας στὸ κιβώτιο τὸ κορίτσι ἄκουγε ὅλες τὶς ἀκολουθίες τῆς ἐκκλησίας καὶ τὰ Θεῖα Κηρύγματα. Οἱ ἐνορῖτες λυπόνταν τὸ κορίτσι καὶ τῆς ἔφερναν πότε ἕνα νόστιμο κομμάτι φαγητοῦ, πότε κάτι ἀπ’ τὰ ροῦχα. Κάποιοι ἁπλὰ τὴν χάϊδευαν ἢ τὴν ἔβαζαν πιὸ ἄνετα. Ὁ παπᾶς καὶ αὐτὸς λυπόταν τὸ κοριτσάκι καὶ ἀσχολιόταν μαζί της. Ἔτσι μεγάλωνε σὲ ἀτμόσφαιρα μεγάλης πνευματικότητας καὶ προσευχῆς. Μετὰ μιλούσαμε μὲ τὴ Ματρώνουσκα γιὰ τὸ σκοπὸ τῆς ζωῆς, γιὰ τὴν πίστη, γιὰ τὸν Θεό. Ἀκούγοντάς την, ἔμενα κατάπληκτος ἀπὸ τὶς σοφές της γνῶμες, ἀπὸ τὶς γνώσεις γιὰ τοὺς Ἅγιους Πατέρες, ἀπὸ τὴν ἐκβάθυνσή της καὶ τελικὰ κατάλαβα, ὅτι μπροστά μου δὲν εἶναι μιὰ ἁπλὴ ἄρρωστη γυναῖκα, ἀλλὰ ἕνας μεγάλος ἄνθρωπος μπροστὰ στὸν Θεό.
Γιὰ τὸν ἑαυτό της ἡ Ματρώνουσκα εἶπε, ὅτι σύντομα θὰ τὴν πᾶνε στὴ Μόσχα καὶ μὲ παρακάλεσε:
Ὅταν θὰ ἔρθει ὁ καιρὸς ποὺ θὰ βρεθεῖς μπροστὰ στὴν Ἁγία Τράπεζα, λέγε ἕναν καλὸ λόγο καὶ γιὰ μένα.
Δὲν ἤθελα νὰ φύγω ἀπὸ τὴ Ματρώνουσκα καὶ ἔδωσα ὑπόσχεση στὸν ἑαυτό μου, ὅτι θὰ τὴν ἐπισκεφτῶ ξανὰ ὅσο πιὸ γρήγορα γίνεται, ἀλλὰ δὲν ἔτυχε νὰ τὴν ξαναδῶ. Σὲ λίγο καιρὸ τὴν πῆγαν στὴ Μόσχα καὶ τὴν ἔβαλαν φυλακή, ὅπου πέθανε. Ἦταν πάνω ἀπὸ 70 χρονῶν.
Στὴ Μόσχα ἡ ὁσία Ματρώνα ἔμεινε σχεδὸν ἕνα χρόνο. Πιθανὸν τὴν ἔκλεισαν στὴ φυλακὴ Μπουτίρσκαγια. Ὅμως ἔμεινε ἐκεῖ λίγο καιρό, ἐπειδὴ ἔγινε «ἀντικείμενο λατρείας» ὅλων τῶν φυλακισμένων χωρὶς ἐξαίρεση, οἱ ὁποῖοι ἄρχισαν νὰ προσεύχονται καὶ νὰ ψάλλουν ἀκάθιστους. Ἔπρεπε νὰ τὴν βάλουν κάπου. Φοβόταν νὰ τὴν σκοτώσουν, οὔτε ἤθελαν νὰ τὴν στείλουν στὸ στρατόπεδο. Ὑπάρχει καὶ μιὰ ἄλλη ἐκδοχή. Ἡ μητέρα τοῦ ἀνακριτῆ, ὁ ὁποῖος ἀσχολιόταν μὲ τὴν ὑπόθεση τῆς ὁσίας Ματρώνας, ἦταν ἀπελπιστικὰ ἄρρωστη. Ἡ Ματρώνα τὴν ἰάτρεψε καὶ ὁ ἀνακριτὴς κατάφερε νὰ ἐλευθερώσει τὴν Ματρώνα ὡς ἄρρωστη. Τὴν ἔβαλε σ’ ἕνα γηροκομεῖο γιὰ ἀνάπηρους καὶ χρόνια ἀσθενεῖς. Ὑπάρχουν τὰ ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα, ὅτι ἡ ὁσία Ματρώνα πέθανε ἀπὸ καρδιακὴ ἀνεπάρκεια στὶς 16/29 Ἰουλίου τὸ 1936 στὸ γηροκομεῖο γιὰ τοὺς χρόνια ἀσθενεῖς τοῦ Ράντιτσεφ στὴ Μόσχα, δίπλα στὴν ἐκκλησία τῆς Γεννήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου στὸ Βλαντικινό.
Ἡ Ἁγία Ματρώνα ἁγιοκαταταχθηκε στὴν πόλη Κασίμοβ τῆς ἐπισκοπῆς Ριαζὰν στὶς 9/22 Ἀπριλίου τὸ 1999. Ἡ μνήμη της τιμᾶται στὶς 29 Ἰουλίου καὶ στὶς 9/22 Ἀπριλίου [Παλαιὸ & Νέο Ἡμερολόγιο ἀντίστοιχα].

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ