Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

Γεώργιος Αποστολάκης: Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕ. Ο ΚΟΣΜΟΣ ΑΛΛΑΖΕΙ. ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣΙΩΝΙΣΜΟΣ VS ΠΑΠΠΑ.

Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα η αδυναμία του άξονα ΗΠΑ–Ισραήλ να επιβληθεί στρατιωτικά στο Ιράν δεν αποτελεί ένα ακόμη επεισόδιο μιας περιφερειακής κρίσης. Συνιστά μια καμπή. Ένα σημείο καμπής γεωπολιτικό, ηθικό και ιστορικό.

Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η Δύση δεν εμφανίζεται ως αδιαμφισβήτητος ρυθμιστής των εξελίξεων. Η στρατιωτική της υπεροχή δεν μεταφράστηκε σε πολιτική επικράτηση. Οι «κανονιοφόροι» δεν επέβαλαν τη θέλησή τους. Και αυτό, όσο κι αν επιχειρείται να συγκαλυφθεί επικοινωνιακά, συνιστά ήττα, όχι μόνο στρατιωτική σε επίπεδο επιχειρήσεων, αλλά βαθύτερα ηθική και πολιτική.

Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι χαρακτηριστική: σπουδή για «μπάλωμα» της πραγματικότητας, κατασκευή αφηγήματος επιτυχίας, παράλληλα με συνέχιση των εχθροπραξιών σε άλλα μέτωπα, όπως οι βομβαρδισμοί στον Λίβανο. Μια εκεχειρία που πριν καν στερεωθεί, υπονομεύεται. Όχι από ανάγκη άμυνας, αλλά από αδυναμία αποδοχής του γεγονότος ότι η επιβολή απέτυχε.

Ταυτόχρονα, στο εσωτερικό των ΗΠΑ και του Ισραήλ διακρίνεται μια κρίση πολιτική, στρατηγική, ακόμη και ταυτότητας. Οι αντιφάσεις της πολιτικής ηγεσίας, η κόπωση της κοινής γνώμης, αλλά και η αδυναμία να παραχθεί ένα πειστικό αφήγημα «νίκης», αποκαλύπτουν τα όρια ενός μοντέλου που επί δεκαετίες στηριζόταν στην ισχύ και μόνο.

Η φωνή που διέκοψε τη σιωπή

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, αποκτά ιδιαίτερη σημασία η παρέμβαση του Πάπα Λέοντος ΙΔ'. Δεν πρόκειται απλώς για μια ακόμη έκκληση υπέρ της ειρήνης. Πρόκειται για μια σαφή καταγγελία της ίδιας της λογικής που γεννά τον πόλεμο: «Φτάνει πια η ειδωλολατρία του Εγώ και του χρήματος. Φτάνει πια ο πόλεμος. Η αληθινή δύναμη είναι η υπηρεσία της ζωής».

Η παρέμβαση αυτή έχει τρία χαρακτηριστικά που την καθιστούν βαρύνουσα:

Κατονομάζει την αιτία. Υποδεικνύει όχι γεωπολιτικά συμφέροντα, αλλά μια βαθύτερη πνευματική διαστροφή, την απολυτοποίηση της ισχύος και του κέρδους.
Απευθύνεται ευθέως στους ηγέτες. Όχι με διπλωματική γλώσσα, αλλά με ηθική απαίτηση για στροφή προς τον διάλογο.
Απορρίπτει τη λογική του επανεξοπλισμού ως απάντηση στην κρίση.
Σε μια εποχή όπου οι περισσότεροι θεσμοί σιωπούν ή ευθυγραμμίζονται, η φωνή αυτή λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι υπάρχει ακόμη ένας λόγος που δεν υποτάσσεται στη στρατηγική των ισχυρών. Ειλικρινά, η θαρραλέα τοποθέτηση του Πάπα μας εξέπληξε. Και μη μου πείτε ότι τον «έβαλαν» οι Ιρανοί, οι Ρώσοι ή οι Κινέζοι!

Η εκκωφαντική σιωπή των «ημετέρων»

Η στάση αυτή, όμως, αναδεικνύει ακόμη περισσότερο ένα άλλο γεγονός: τη σχεδόν καθολική σιωπή μεγάλου μέρους της ορθόδοξης εκκλησιαστικής ηγεσίας στον ελληνικό χώρο.

Εκεί όπου θα ανέμενε κανείς λόγο παρηγορίας, προφητική καταγγελία της αδικίας και υπεράσπιση της ειρήνης, κυριαρχεί μια αμηχανία ή, χειρότερα, μια «ουδετερότητα» που στην πράξη λειτουργεί ως σιωπηρή αποδοχή.

Η αντίθεση είναι εμφανής. Από τη μία, ένας προκαθήμενος που μιλά για «ειδωλολατρία του χρήματος» και καλεί σε τερματισμό του πολέμου. Από την άλλη, η απουσία λόγου από εκείνους που φέρουν την ίδια ευθύνη μαρτυρίας.

Και το ερώτημα τίθεται αμείλικτα: Πότε η σιωπή παύει να είναι ουδετερότητα και γίνεται συνενοχή;

Η πολιτική σύγκρουση: Τραμπ εναντίον ηθικής

Η αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ στη θέση του Πάπα αποκαλύπτει ακόμη βαθύτερες διεργασίες.

Δεν πρόκειται απλώς για μια προσωπική αντιπαράθεση. Πρόκειται για σύγκρουση δύο αντιλήψεων. Από τη μία, η πολιτική που θεμελιώνεται στην ισχύ, την οικονομία, την «επιτυχία». Από την άλλη, η ηθική που θέτει όρια στην ισχύ και υπερασπίζεται τη ζωή.

Η δήλωση ότι «δεν είναι μέγας θαυμαστής» του Πάπα, συνοδευόμενη από επιθέσεις περί « φιλελευθερισμού» και «αφέλειας», δείχνει κάτι βαθύτερο: ότι η πολιτική εξουσία δεν ανέχεται πλέον ούτε καν τη συμβολική ηθική κριτική.

Η εικόνα που ο Τραμπ ανάρτησε, παρουσιάζοντας τον εαυτό του σε σχεδόν «μεσσιανικό» ρόλο, συμπυκνώνει αυτή τη μετατόπιση. Φανερώνει μια πολιτική που δεν δέχεται ανώτερη αρχή, ούτε πνευματική, ούτε ηθική.

Στην ουσία, πρόκειται για μια υπέρβαση ακόμη και των παραδοσιακών ορίων της Δύσης. Αν παλαιότερα ο παπισμός αποτελούσε σημείο αναφοράς, σήμερα αμφισβητείται ανοικτά, στο όνομα μιας νέας ιδεολογίας ισχύος που συχνά συνδέεται με τον λεγόμενο «χριστιανοσιωνισμό».
Το Ιράν και το τέλος της βεβαιότητας της ισχύος

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η στάση και η αντοχή του Ιράν αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.

Το Ιράν δεν αντιμετώπισε απλώς μια επίθεση. Αντιμετώπισε έναν αντίπαλο με συντριπτική υπεροχή στρατιωτική, τεχνολογική, επικοινωνιακή.

Και όμως, δεν λύγισε. Δεν κατέρρευσε. Αντεπιτέθηκε, προξενώντας ζημιές. Αυτό που αναδείχθηκε δεν είναι μόνο στρατιωτικό. Είναι κάτι βαθύτερο: η ύπαρξη ασύμμετρης ισχύος που δεν μετριέται σε όπλα.

Ο ιρανικός λαός είναι υπόδειγμα για κάθε πατριωτική συνείδηση. Συσπειρώθηκε σε μια πατριωτική βάση υπεράσπισης της χώρας του. Βγήκε στους δρόμους. Στήριξε κρίσιμες υποδομές. Αψήφησε τελεσίγραφα.

Και, κυρίως, εξέφρασε μια στάση που δύσκολα γίνεται κατανοητή στη Δύση: ότι οι υλικές καταστροφές αποκαθίστανται, αλλά η απώλεια της ψυχής και της ελευθερίας δεν αναπληρώνεται.

Το μήνυμα που μένει

Η σύγκρουση αυτή δεν έχει τελειώσει. Ο πόλεμος, όπως όλα δείχνουν, θα συνεχιστεί με απρόσμενες εξελίξεις. Δεν ξέρουμε τι θα γίνει τελικά. Όμως ένα γεγονός έχει ήδη καταγραφεί: ο άξονας ΗΠΑ–Ισραήλ δεν κατόρθωσε να επιβληθεί.

Και αυτό αλλάζει τα πάντα. Αλλάζει το γεωπολιτικό τοπίο. Αποκαλύπτει τα όρια της ισχύος. Φορτώνει τη Δύση με μια βαριά ηθική και πολιτική ήττα. Δείχνει σε όλους τους λαούς ότι ένας λαός, όταν έχει ταυτότητα, πίστη και αίσθηση ελευθερίας, μπορεί να αντισταθεί ακόμη και στους ισχυρότερους. Γιατί, τελικά, η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τους ισχυρούς. Γράφεται και από εκείνους που αρνούνται να υποταχθούν.