ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ από το 1923
«Νύχτα δακρύων»!
Παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1923,δίπλα στο λιγοστό φως του καντηλιού η προσφυγοπούλα μάνα συζητάει με το παιδί της που περιμένει τον Άγιο και τα δώρα του…
-Δε θέλω να τον συναντήσω, γιατί εφέτος ο Άγιος Βασίλης δε θα είναι όπως τον ξέραμε.
-Θα έχη αλλάξει μαμά;
-Πάρα πολύ. Θα είναι πιο γέρος, πιο σκυφτός. Και μέσα στα δισάκια του δε θα φέρνη τα δώρα που έφερνε τον περασμένο καιρό.
-Του συνέβη τίποτε, μαμά;
-Του συνέβη ένα πράγμα τρομερό. Καθώς θα έρχεται από την Καισαρεία, δεν θα βρη τίποτε απολύτως από ό,τι έβλεπε τα περασμένα χρόνια. Θα μπαίνη σε χωριά ελληνικά και θα τα βρίσκη έρημα. Θα κτυπάη πόρτες και θα τις βρίσκει κλεισμένες. Θα κοιτάζει παράθυρα και θα τα βλέπη σκοτεινά. Θα ζητά ανθρώπους ολόγυρα από τα τραπέζια της Πρωτοχρονιάς, άνδρες, γυναίκες, μητέρες και όλοι θα λείπουν. Θα ψάχνη στα κρεββατάκια των μικρών παιδιών, θα θέλη να πιάση χεράκια, κεφαλάκια, μαγουλάκια, αλλά όλα τα κρεββάτια τα είναι άδεια σαν τάφοι. Θα περάση έξω από την Αγία Φωτεινή και θα ιδή γκρεμισμένο και το καμπαναριό της. Θα πάη εις την Αγία Αικατερίνη και θα την εύρη Τουρκικό τζαμί.
-Σώπα, μαμά, θα φωνάξη ο μικρός βάνοντας το χεράκι του στο στόμα το αγαπημένο της μητέρας. Και μέσα εις την γαλήνην την πένθιμον του κελιού των, τώρα τα δάκρυα θα ξαναρχίσουν να πέφτουν βαριά, όπως πέφτουν οι πρώτες στάλες της βροχής όταν τελειώση το καλοκαίρι.
Το 1923 η εφημερίδα “Πατρίς” είχε γράψει ανήμερα τα Χριστούγεννα:
«Όχι. Δεν έχει την δύναμιν να εορτάση εφέτος τα Χριστούγεννα η Ελλάς. Όταν η Μ. Ασία δεν είναι πλέον ελληνική. Όταν η Σμύρνη δεν υπάρχη. Όταν τους τάφους των ελλήνων μαχητών – τόσων μυριάδων ελλήνων μαχητών – μιαίνη το πέλμα του Τούρκου. Όταν εξήκοντα χιλιάδες αιχμαλώτων σήπωνται εις τα στρατόπεδα του Κεμάλ μέχρις Αγκύρας και Ικονίου. Όταν δύο εκατομμύρια προσφυγικών οφθαλμών ατενίζουν με δάκρυα προς την Θράκην και την Μ. Ασίαν, θα ήτο πολύ ν’ αξιώσωμεν από την εθνικήν ψυχήν να εορτάση την εορτήν των Χριστουγέννων. Θα της εζητούμεν τα αδύνατα…»